Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Εὐχὴ Χερουβικοῦ ὕμνου

Ἱερεὺς
Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν. 
Ἀλλ᾿ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων. Σὺ γὰρ μόνος, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ὁ ἐπὶ θρόνου χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφεὶμ Κύριος καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Σὲ τοίνυν δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον· ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου, καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς· καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντον σῶμά σου καὶ τὸ τίμιον αἷμα. Σοὶ γὰρ προσέρχομαι κλίνας τὸν ἐμαυτοῦ αὐχένα καὶ δέομαί σου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς με ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα. Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.
✙✙✙✙✙✙✙
Νίψομαι ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου καὶ κυκλώσω τὸ θυσιαστήριόν σου, Κύριε, τοῦ ἀκοῦσαί με φωνῆς αἰνέσεώς σου καὶ διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου· Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης σου. Μὴ συναπολέσῃς μετὰ ἀσεβῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἀνδρῶν αἱμάτων τὴν ζωήν μου, ὧν ἐν χερσὶν αἱ ἀνομίαι· ἡ δεξιὰ αὐτῶν ἐπλήσθη δώρων, ἐγὼ δὲ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην· λύτρωσαί με, Κύριε, καὶ ἐλέησόν με. Ὁ πούς μου ἔστη ἐν εὐθύτητι, ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω, Κύριε.

Ἀδελφοί, συγχωρήσατέ μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
Τοῖς μισοῦσι καὶ τοῖς ἀγαπῶσιν ἡμᾶς συγχώρησον, Κύριε.
✙✙✙✙✙✙✙
Ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον, τὴν τροφὴν τοῦ παντὸς κόσμου, τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐξαποστείλας σωτῆρα καὶ λυτρωτὴν καὶ εὐεργέτην, εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς· αὐτὸς εὐλόγησον τὴν πρόθεσιν ταύτην καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς τὸ ὑπερουράνιόν σου θυσιαστήριον· μνημόνευσον, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾿ οὓς προσήγαγον καὶ ἡμᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου μυστηρίων. Ὅτι ἡγίασται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.
✙✙✙✙✙✙✙
Μετάφραση
Κανένας ἀπὸ κείνους ποὺ εἶναι δεμένοι μὲ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἡδονές, δὲν εἶναι ἄξιος νά ᾿ρχεται καὶ νὰ πλησιάζη καὶ νὰ σὲ λειτουργῆ, ἔνδοξε Βασιλέα. Γιατὶ εἶναι μεγάλο καὶ φοβερὸ νὰ σὲ ὑπηρετοῦν καὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις. Ἀλλ᾿ ὅμως γιὰ τὴν ἀνέκφραστη καὶ ἀμέτρητη φιλανθρωπία σου, χωρὶς νὰ πάψης νὰ εἶσαι Θεὸς καὶ χωρὶς νὰ ἀλλάξης, ἔγινες ἄνθρωπος καὶ ὑπῆρξες ἀρχιερέας μας καὶ μᾶς ἄφησες αὐτὴν ἐδῶ τὴ λειτουργία καὶ τὴν ἱερουργία τῆς ἀναίμακτης θυσίας, σὰν Δεσπότης ποὺ εἶσαι τῶν ὅλων. Γιατὶ ἐσὺ μόνος, Κύριε καὶ Θεέ μας, ἐξουσιάζεις τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὸ θρόνο σου ἐπάνω στὰ Χερουβείμ, ποὺ εἶσαι ὁ Κύριος τῶν Σεραφεὶμ κι ὁ Βασιλέας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος, ποὺ βρίσκεις ἀνάπαυση στοὺς ἁγίους. Ἐσένα λοιπὸν θερμὰ παρακαλῶ, ποὺ ἐσὺ μόνον εἶσαι ὅλο καλωσύνη καὶ πρόθυμος νὰ ἀκούσῃς· ρίξε τὴ ματιά σου ἐπάνω σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τιποτένιο δοῦλο σου, καὶ καθάρισε τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά μου ἀπὸ κάθε πονηρία μέσα μου, καὶ κάνε με ἱκανό, ντυμένο μὲ τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης, νὰ σταθῶ μπροστὰ σὲ τούτη τὴν ἁγία σου Τράπεζα καὶ νὰ ἱερουργήσω τὸ ἅγιο καὶ ἄχραντο σῶμα σου καὶ τὸ τίμιο αἷμα. Γιατὶ σὲ σένα τώρα ἔρχομαι, σκύβω τὸ κεφάλι μου καὶ σὲ παρακαλῶ· μὴ μοῦ γυρίσης τὸ πρόσωπό σου καὶ μὴ μὲ ξεχωρίσης ἀπὸ τὰ παιδιά σου, ἀλλὰ ἀξίωσέ με τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀνάξιο δοῦλο σου νὰ σοῦ προσφέρω τοῦτα τὰ δῶρα. Γιατὶ ἐσὺ εἶσαι ἐκεῖνος ποὺ προσφέρεις καὶ προσφέρεσαι, ἐκεῖνος ποὺ δέχεσαι τὰ δῶρα καὶ ὁ ἴδιος ποὺ μοιράζεσαι Χριστὲ Θεέ μας, κι ἐμεῖς ἐσένα δοξάζομε μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα σου καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. 
Ἀμήν.

Κύριε, πλένω τὰ χέρια μου μὲ ἀθωότητα καὶ πατῶ τὸν ἱερὸ χῶρο γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία σου Τράπεζα. Μέσα στὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας σὲ δοξολογεῖ ἡ φωνή μου καὶ διηγοῦμαι ὅλα τὰ θαυμάσια ἔργα σου. Κύριε, ἀγάπησα τὴν τάξη καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σπιτιοῦ σου καὶ τὸν τόπο ἐδῶ ποὺ μένει ἡ δόξα σου. Φύλαξέ με, κι ἂς μὴν πάω κι ἐγὼ μαζὶ μὲ τοὺς ἀσεβεῖς, κι ἂς μὴ χαθῆ ἡ ζωή μου μὲ κείνους, ποὺ τὰ χέρια τους εἶναι γεμάτα αἵματα, ἀνομίες καὶ δωροδοκίες. Λυπήσου με καὶ γλύτωσέ με, γιατὶ ἐγὼ πορεύτηκα στὴ ζωή μου μὲ ἀκακία· Κύριε, περπατῶ στὸν ἴσιο δρόμο κι εἶναι χαρὰ (γιὰ μένα) νὰ σὲ ὑμνῶ μέσα στὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀδελφοί, συγχωρῆστε με τὸν ἁμαρτωλό.
Ἐκείνους ποὺ μᾶς μισοῦν κι ἐκείνους ποῦ μᾶς ἀγαποῦν συγχώρησέ τους, Κύριε.
✙✙✙✙✙✙✙
Θεέ μας, Θεέ μας, ἐσὺ ποὺ ἔστειλες τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν οὐράνιο ἄρτο, ποὺ εἶναι ἡ τροφὴ ὅλου τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ εἶναι ὁ σωτήρας καὶ λυτρωτὴς καὶ εὐεργέτης, νὰ μᾶς εὐλογῆ καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζη· ἐσὺ εὐλόγησε κι αὐτὴν ἐδῶ τὴν πρόθεση καὶ δέξου την στὸ ὑπερουράνιο θυσιαστήριό σου. Ἔτσι καλὸς ποὺ εἶσαι κι ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους, θυμήσου ἐκείνους ποὺ πρόσφεραν αὐτὰ τὰ δῶρα κι ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔφεραν ἐδῶ, κι ἐμᾶς τοὺς ἱερεῖς φύλαξέ μας ἀπὸ κάθε κρίμα, τώρα ποὺ ἱερουργοῦμε τὰ θεῖα σου μυστήρια. Γιατὶ εἶναι ἁγιασμένο καὶ δοξασμένο τὸ ὁλοτίμητο καὶ μεγαλόπρεπο ὄνομά σου, τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. 
Ἀμήν.
✙✙✙✙✙✙✙
Ο Χερουβικός ύμνος και τα συναισθήματα του Λειτουργού.
Όταν αρχίσει να ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, αρχίζει κι ο λειτουργός ιερέας, μπροστά στην αγία Τράπεζα, να διαβάζει «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτού» την ευχή, όπως λέγεται, του Χερουβικού Ύμνου. Είναι μια προσωπική και εξομολογητική ευχή του ιερέα, από τις πιο δυνατές και θεόπνευστες ευχές της θείας Λειτουργίας. 
Στις δύο ευχές των πιστών πιο πρώτα πάλι ο λειτουργός ιερέας παρακάλεσε για τον εαυτό του, μα τώρα πιο πολύ αισθάνεται την ανάγκη να εξομολογηθεί και να μιλήσει «ενώπιος ενωπίω» προς τον Ιησού Χριστό, τον αιώνιο και μέγα Αρχιερέα της Εκκλησίας. 
Είναι από τις λίγες ευχές της θείας Λειτουργίας, που λέγονται προς τον Ιησού Χριστό, και είναι η μόνη απ’ όλες τις ευχές που πρέπει να λέγεται μυστικά, όσο που να ακούνε μόνο οι συλλειτουργοί ιερείς. Θα εξηγήσουμε και θα αναλύσουμε όσο μπορέσουμε την ευχή, που καθώς όλες οι ευχές χωρίζεται σε δυο μέρη, έτσι όπως την χωρίζομε κι εμείς στη σημερινή ομιλία.
✙✙✙✙✙✙✙
Ο λειτουργός αρχίζει με μια συντριπτική ομολογία, με την οποία κάθε ιερέας τοποθετείται ενώπιον του Θεού. 
Το να υπηρετεί κανένας το Θεό και να τελεί τη θεία Λειτουργία είναι μεγάλο και φοβερό όχι μόνο σε κάθε άνθρωπο, αλλά και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. 
«Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν.»
Κανένας, από εκείνους που είναι δεμένοι με τις σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, δεν είναι άξιος να έρχεται και να πλησιάζει και να σε λειτουργεί, ένδοξε Βασιλέα. Γιατί να σε υπηρετεί κανένας είναι μεγάλο και φοβερό και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. Κανένας ιερέας ποτέ δεν πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, για να κάνει τη θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην αγιότητά του. Αν γελαστεί και το πιστέψει πως είναι άγιος, δεν πρέπει να λειτουργεί. Αλλά εδώ δεν κάνει να λέμε πολλά, γιατί όσο περισσότερα λέμε, τόσο χειρότερα για μας. Εδώ κάνουμε το σταυρό μας, σιωπούμε και ζητούμε το έλεος του Θεού.
Γιατί ο Θεός, γνωρίζοντας την αξία του ανθρώπου, κι όταν ο άνθρωπος πέφτει και αμαρτάνει, και άνθρωπος έγινε καί αρχιερέας υπήρξε και το θείο μυστήριο της Ευχαριστίας σύστησε, και αντί για Αγγέλους εδώ στη γη ανθρώπους έβαλε για να τον υπηρετούν. 
«Ἀλλ᾿ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων.». 
Αλλ’ όμως για την ανέκφραστη και αμέτρητη φιλανθρωπία σου, χωρίς να πάψεις να είσαι Θεός και χωρίς να αλλάξεις, έγινες άνθρωπος και υπήρξες αρχιερέας μας και μας ἄφησες αυτήν εδώ τη λειτουργία και την ιερουργία της αναίμακτης θυσίας, σαν Δεσπότης που είσαι των όλων. Μέσα σε ό,τι κάνει ο Θεός για το ανθρώπινο γένος, αν τίποτε άλλο δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, όμως ένα καταλαβαίνουμε, την αξία του ανθρώπου, για την οποία η αγάπη του Θεού κάνει τα πάντα.
Ο Θεός είναι πραγματικά ο Δεσπότης και κυρίαρχος όλων όσα υπάρχουν στον ουρανό και στη γη. Όχι σαν δυνάστης, αλλά η δύναμη που κρατάει τα πάντα· η πρόνοια που συντηρεί και κυβερνάει τον κόσμο, ο Βασιλέας του λαού του, που είναι η Εκκλησία, ο μόνος άγιος και μακάριος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση, Όταν οι άνθρωποι επιτελούν αγιοσύνη μέσα στο σωτήριο φόβο του. 
«Σὺ γὰρ μόνος, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ὁ ἐπὶ θρόνου χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφεὶμ Κύριος καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος.». 
Γιατί εσύ μόνος, Κύριε και Θεέ μας, εξουσιάζεις τα επουράνια και τα επίγεια, εσύ που έχεις το θρόνο σου επάνω στα Χερουβείμ, που είσαι ο Κύριος των Σεραφείμ κι ο Βασιλέας του Ισραήλ, ο μόνος άγιος, που βρίσκεις ανάπαυση μέσα στους αγίους, Τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και ο Ισραήλ και οι άγιοι ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται ο Θεός, είναι η ουράνια και η επίγεια Εκκλησία στη λειτουργική της τώρα σύναξη.

Στο σημείο αυτό, να πούμε έτσι, γίνεται η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο μέρος της ευχής. 
«Σὲ τοίνυν δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον· ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου, καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς· καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντον σῶμά σου καὶ τὸ τίμιον αἷμα. ». 
Εσένα λοιπόν θερμά παρακαλώ, που εσύ μόνο είσαι όλο καλωσύνη και πρόθυμος να ακούσεις· ρίξε τη ματιά σου επάνω σε μένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο δούλο σου, και καθάρισε την ψυχή και την καρδιά μου από κάθε πονηρία μέσα μου, και κάνε με ικανό, ντυμένο με τη χάρη της ιερωσύνης, να σταθώ μπροστά σε τούτη την αγία σου Τράπεζα και να ιερουργήσω το άγιο και άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα.
Αυτά τα λόγια είναι μόνο για τον ιερέα και μόνο ο ιερέας τα ζει και τα καταλαβαίνει. Αυτός, που με τη χάρη του Θεού και με την εντολή του λαού πλησιάζει, τώρα ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στην αγία Τράπεζα. 
«Σοὶ γὰρ προσέρχομαι κλίνας τὸν ἐμαυτοῦ αὐχένα καὶ δέομαί σου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς με ἐκ παίδων σου, ἀλλ᾿ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα.». 
Γιατί σε σένα έρχομαι, σκύβω την κεφαλή μου και σε παρακαλώ· μη μου γυρίσεις το πρόσωπό σου και μη με ξεχωρίσεις από τα παιδιά σου, αλλά αξίωσέ με τον αμαρτωλό και ανάξιο δούλο σου να σου προσφέρω αυτά τα δώρα. Κάπου στα προηγούμενα είπαμε για τα λειτουργικά βιβλία, που κάποιοι κρατάνε στα χέρια τους, όταν γίνεται η θεία Λειτουργία. 
Άραγε τί διαβάζουν τώρα και τί σκέφτονται, όταν ο ιερέας «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν» κάνει μπροστά στο Θεό αυτή την εξομολόγηση;
Τα τελευταία λόγια, με τα οποία κλείνει η ευχή, είναι η εκφώνηση, που κι αύτη λέγεται μυστικά· 
«Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.». 
Γιατί εσύ είσαι εκείνος που προσφέρεις και προσφέρεσαι, εκείνος που δέχεσαι τα δώρα και ο ίδιος που μοιράζεσαι Χριστέ Θεέ μας, κι εμείς εσένα δοξάζομε μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες Αμήν. 
Στην εκφώνηση αυτή κλείνεται όλη η θεολογία για την ιερωσύνη του Ιησού Χριστού, που είναι η ιερωσύνη της Εκκλησίας. Ο Ιησούς Χριστός στη θεία Λειτουργία είναι και ο ιερέας που λειτουργεί και ο αμνός που προσφέρεται· και εκείνος που δέχεται τα δώρα και εκείνος που διανέμεται στο λαό.
✙✙✙✙✙✙✙
Η ευχή του Χερουβικού Ύμνου είναι μια από τις τέσσερις ευχές της θείας Λειτουργίας, που αναφέρονται στον Ιησού Χριστό. Η μία είναι η ευχή πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, οι άλλες δύο είναι προς το τέλος της θείας Λειτουργίας. Όπως είπαμε, είναι προπαρασκευαστική ευχή του ιερέα, μια ταπεινή δηλαδή εξομολόγηση του λειτουργού, που πολλές φορές κι όταν δεν θα ήθελε, πρέπει να λειτουργήσει, γιατί πρέπει να κοινωνήσουν οι πιστοί. 

Εδώ δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την αγωνία του ανθρώπου ενώπιον του χρέους του παρά μόνο αν είναι ιερέας. Θα ξαναθυμηθούμε εδώ τα λόγια της πρώτης ευχής των πιστών, ότι δηλαδή οι ιερείς λειτουργούμε «υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων»
Αυτό θα πει πως ο ιερέας κρίνεται κι ο λαός σώζεται. Μα αυτή είναι η πίστη ενός καλού και ταπεινού ιερέα, πως θα σωθεί κι αυτός μαζί μ’ εκείνους, για τη σωτηρία των οποίων, μαζί με τους οποίους και με την εντολή τους λειτουργεί. Και κάθε φορά που στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα κι ετοιμάζεται για να προσφέρει τα τίμια δώρα με αληθινή ταπείνωση και συντριβή εξομολογείται «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν»· «επίβλεψον επ’ εμέ τον αμαρτωλόν και αχρείον δούλον σου και καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς». Αμήν.


+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, 
«Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Η Σχολαστικότητα σκοτώνει τον Έρωτα

Ο Χριστός μας ζήτησε να γίνουμε σαν τα παιδιά. 
Εμείς διαλεγόμαστε για πνευματικά και εκκλησιαστικά θέματα σε επίπεδο πολιτικών αναλυτών. Ό,τι πιο διαστροφικό.
Τόσα περιφερόμενα πτώματα χωρίς ελπίδα στην Ανάσταση. 
Τόση θανατίλα (και δεν εξαιρώ ούτε τον εαυτό μου). 
Να ο απόκρυφος και βαθύς λόγος για την απαξίωση των λειψάνων.
Δεν μπορούμε να δεχτούμε την δυνατότητα αφθαρσίας, τον καθαγιασμό της ύλης, την αξία ενός σώματος πού έχουμε μάθει να το κακοποιούμε, λέγοντας πώς το υπηρετούμε τάχα, ενώ την διάθεση μας ξεδιψάμε την ακόρεστη. 
Πώς να αντέξει τόση αλήθεια το ψυχικό μας σαρκίο;
Σκοταδισμός, σκοταδισμός τα λείψανα! Είπε ο φωτισμένος και έσκυψε στην μίζερη και άραχλη ζωή του...
Αυτά για όσους σκανδαλίζονται για την τιμή των λειψάνων. 
Έπονται τα ημέτερα...
Ακόμα και μεις οι ίδιοι ευλαβώς για τις σκοπιμότητες της επίσκεψης διαλεγόμαστε. 

Για "σκηνώματα" ή "τμήματα", για "λατινοφιλίες" και για "πολιτικές ιεραρχών". 
Σε γενικές γραμμές, δεν είμαι από αυτούς πού ενθουσιάζονται με περιφορές λειψάνων και ιερών εικόνων. 
Αλλά αν τα βρω μπροστά μου θα "εκμεταλλευτώ" την ευκαιρία και δεν θα σταθώ υψηλός στο "υψηλόν μου ύψος" μακρόθεν. 
Τι μένει στο τέλος; Μια καλή διάθεση και ένας αγιασμός...
Γι αυτό έγραψα για την σχολαστικότητα, τον έρωτα και την διαστροφή παραπάνω.
Απολαύστε αυτό που σας δίνεται και μην διυλίζετε κώνωπας.
Εμείς εκεί πού κλίνουμε θα πηγαίνουμε.
Οι αναλύσεις κουράζουν και ακόμα μια φορά θα το πω ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ!!!!!

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Τα Στιχηρά του Πάσχα
Πάσχα τὸ τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα,



Ἦχος πλ. α’
Στίχ. 
Ἀναστήτω ὁ Θεός, 
καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, 
καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ 
οἱ μισοῦντες αὐτόν.

Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται, 
Πάσχα καινόν, Ἅγιον, Πάσχα μυστικόν, 
Πάσχα πανσεβάσμιον, 
Πάσχα Χριστὸς ὁ λυτρωτής, 
Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα, 
Πάσχα τῶν πιστῶν, 
Πάσχα, τὸ πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν, 
Πάσχα, πάντας ἁγιάζον πιστούς.
Στίχ. 
Ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν, 
ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, 
καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· 
Δέχου παρ΄ ἡμῶν χαρᾶς εὐαγγέλια, 
τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ, 
τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, 
τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, 
ὡς νυμφίον προερχόμενον.

Στίχ. 
Οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ. 
καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν.

Αἱ Μυροφόροι γυναῖκες, ὄρθρου βαθέος, 
ἐπιστᾶσαι πρὸς τὸ μνῆμα τοῦ Ζωοδότου, 
εὗρον Ἄγγελον, ἐπὶ τὸν λίθον καθήμενον, 
καὶ αὐτὸς προσφθεγξάμενος, αὐταῖς οὕτως ἔλεγε· 
Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; 
τί θρηνεῖτε τὸν ἄφθαρτον ὡς ἐν φθορᾷ; 
ἀπελθοῦσαι κηρύξατε, τοῖς αὐτοῦ Μαθηταῖς.

Στίχ. 
Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, 
ἀγαλλιασώμεθα, καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.

Πάσχα τὸ τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, 
Πάσχα πανσεβάσμιον ἡμῖν ἀνέτειλε, 
Πάσχα, ἐν χαρᾷ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα, 
ὦ Πάσχα λύτρον λύπης· 
καὶ γὰρ ἐκ τάφου σήμερον ὥσπερ ἐκ παστοῦ, 
ἐκλάμψας Χριστός, τὰ Γύναια χαρᾶς ἔπλησε λέγων· 
Κηρύξατε Ἀποστόλοις.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

«Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον,...»

Δοξαστικό των αποστίχων 
του Εσπερινού της Μεγάλης Παρασκευής 

Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, 
καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου, σὺν Νικοδήμῳ, 
καὶ θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον, 
εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, 
ὀδυρόμενος ἔλεγεν. 
Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! 
ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος 
ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, 
ζόφον περιεβάλλετο, 
καὶ ἡ γῆ τῷ φόβω ἐκυμαίνετο, 
καὶ διεῤῥήγνυτο ναοῦ τὸ καταπέτασμα, 
ἀλλ' ἰδοὺ νῦν βλέπω σε, 
δι' ἐμὲ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον, 
πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; 
ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; 
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω, 
τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα; 
ἢ ποῖα ᾄσματα μέλψω, 
τῇ σῇ ἐξόδῳ Οἰκτίρμον; 
Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, 
ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφήν σου, 
σὺν τῇ Ἀναστάσει, κραυγάζων. 
Κύριε δόξα σοι.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μεγαλοβδομάδα! Τι κρατάω;


τον ολάνθιστο κήπο της Μεγαλοβδομάδας, ανοίγω με δισταγμό το πορτάκι του ξύλινου φράχτη και κάνω δυο τρία δειλά βήματα.
Από πίσω μου βοή. Πολέμων ακοές. Παρανοϊκοί εκτελεστές. Δραπέτες. Καταρρεύσεις. Ένοχοι που ψάχνουν ενόχους. Εικόνες χωρίς νόημα. Ηλιακά συστήματα χωρίς ήλιο.
Τον ντρέπομαι τον κήπο. Μοιάζω παράταιρος. Χωρίς γοερές υπερβολές, κοιτάζω κατάματα τα γεγονότα και καταλήγω νηφάλια:
«Ένδυμα ουκ έχω».
Πιστεύω όμως στη δύναμη τού κήπου να κρατιέται αμόλευτος. Μα και σε μια ακόμη δύναμή του πιστεύω:
Να λαμπραίνει τα στιγματισμένα και θαμπά. Και του ζητώ:
«Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής».
Μονοπάτια μικρά ανάμεσα στα παρτέρια. Στοές από μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, λιγάκι σκοτεινές, όπου ο ήλιος δε βρίσκει εύκολα δρόμο. Σιωπή! Πίσω μου, το φως των προβολέων μου γνέφει να μην μπλέξω.
«Δύσκολοι, μου θυμίζει, οι καιροί. Άλλες μελαγχολίες και περισυλλογές δεν αντέχουν. Μείνε εδώ να ξεχαστείς λιγάκι».
Οι οθόνες ολόφωτες, με προσκαλούν στην διάσπαση που χαρίζουν τα τρέχοντα. Θυμάμαι όμως -ευτυχώς-, πως, ποτέ η ενημέρωση δε μού ’δωσε ούτε μια στάλα χαράς. Κι όσο κι αν συσσωρευότανε, ποτέ κάτι δεν άλλαξε για το καλύτερο.
Το αποφάσισα: Θα περπατήσω στις σκιερές στοές, γιατί, παρ’ όλη τη μελαγχολία που σκορπάνε, σκορπάνε και αρώματα, σκορπάνε και αγκαλιά. Νιώθω το μισόφωτό τους για χάδι, και στο κορμί και στη ψυχή μου. Μα και για κάτι άλλο θα τις περπατήσω: Για ένα φως, ένα άλλο φως, που τρεμοπαίζει εκεί, στην τελευταία στροφή του κήπου. Φως, που λες, αν το αρνηθώ, θα έχω χάσει ευκαιρία… και δρόμο… και αναπαμό.
Αποφασίζω να το ζητήσω αυτό το φως. Κι όταν θα βρεθώ κοντά του, θέλω κάτι να κρατώ. Αγένεια μου μοιάζει να φτάσω μ’ άδεια χέρια. Βάζω «ευλογητός» και κάνω το πρώτο βήμα.
Κάτω, το μονοπάτι στρωμένο βάγια. Βάγια της Κυριακής, που θυμάται μια είσοδο. Κρατώ τον θρίαμβο, κρατώ και την ειρωνεία αυτής της εισόδου. Ο Βασιλιάς, ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής καθισμένος πάνω στο ταπεινότερο των τετραπόδων. Αμήχανοι οι επικοινωνιολόγοι τον κοιτούν. Δεν τον αναλαμβάνουν. Οι πράξεις Του είναι αντιεπικοινωνιακές. Εκείνοι ετοιμάζουν ηγέτες λαμπερούς. Κοιτάω και το βλέμμα Του, την ώρα που ο όχλος κραυγάζει «ωσαννά». Ακούω τη σκέψη Του:
«Δεν ξέρουν τι ζητάνε».
Θα το ξαναπεί σε λίγες μέρες, καρφωμένος. Κρατώ αυτό το βλέμμα Του, το αποφασισμένο και θλιμμένο. Κρατώ και τις κραυγές του θριάμβου να μου θυμίζουν τον πικρό, τον πρόσκαιρο, τον φευγαλέο έπαινο των ανθρώπων. Κλείνω στη χούφτα μου δυο-τρία βάγια και συνεχίζω.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ανθισμένη στοά. 
Ο Ιωσήφ ο πάγκαλος (οι όντως πάγκαλοι γράφονται πάντα με το «πι» μικρό) μού γνέφει. 
Κρατώ τα σημάδια του από το χτύπημα, την ώρα πού ’πεφτε στο πηγάδι, από των αδελφών του, των ανθρώπων των δικών του, το σπρώξιμο. 
Κρατώ τη χρυσή του καρδιά, που ήξερε πάντα να τού ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου. 
Κρατώ τη συνοχή της σκέψης του, όταν τα αξιώματα θα μπορούσαν να τον τρελάνουν. 
Κρατώ την αγκαλιά του, την ώρα που η εκδίκηση τού χάιδευε τ’ αυτιά.
Έχει και μια συκιά η στοά. Φουντωμένη και καταπράσινη. Αλλά χωρίς ούτε ένα σύκο. Τη βλέπω και πικραίνομαι. Καλύτερη εικόνα των λόγων δίχως έργα, των ομιλιών δίχως έρμα, των σχεδίων χωρίς διάθεση για δόσιμο και θυσία δεν υπάρχει. Απλώνω τα χέρια μου και κόβω να κρατήσω δυο φύλλα. Μόλις που πρόλαβα. Βήματα δυο δεν έχω κάνει, και την βλέπω να ξεραίνεται μονομιάς.

ΤΡΙΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ανθισμένη στοά. 
Καθώς την διασχίζω, με φτάνει μια παρέα από δέκα κορίτσια. Κρατούν λυχνάρια και μιλάνε για ένα γάμο. Μια απ’ αυτές, με βλέπει και βιαστικά μου δίνει ένα λυχνάρι. Είναι μισοάδειο, μα προς το παρόν φωτίζει καλά. Τα κορίτσια φαίνονται ανυπόμονα. Με προσπερνούν γελώντας.
Ανησυχώ για το λυχνάρι μου. Δε θα μου φτάσει το λάδι. Είναι μακρύς ο δρόμος και θα ξεμείνω από φως. Χρειάζομαι λάδι. Επειγόντως! Λάδι πίστης πιο στέρεης, λάδι αγάπης πιο πρακτικής, λάδι προσευχής πιο συνεπούς και πιο επίμονης απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Γρήγορα! Τώρα! Δεν ξέρω πότε θα χρειαστεί. Καθώς τα σκέφτομαι αυτά, πέντε από τις κοπέλες γυρίζουν βιαστικά, με τα λυχνάρια τους σβηστά. Σε λίγο τις βλέπω να επιστρέφουν τρέχοντας και να στρίβουν σε μια γωνία.
Ακούω τις φωνές τους:«Ανοίξτε, είμαστε κι εμείς εδώ».
Χτυπάνε κάποια πόρτα, αλλά δε μου φαίνεται να την ανοίγουν. Κρατώ σφιχτά το λυχνάρι μου. Θεέ μου, μη μ’ αφήσεις να στερέψω!

ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ανθισμένη στοά. 
Μοσχοβολάει. Σα νά ’σπασε ένα αλάβαστρο κι έχει χυθεί το μύρο. Το ξέρω πως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι πολλά τα μύρα που ξέρει ο κόσμος να παρασκευάζει. Όμως αυτό εδώ δεν έχει μόνο συστατικά χημικού εργαστηρίου. Μέσα του έχουνε χυθεί στάλες δακρύων μετανοίας. 
Ακούω τον μαθητή τον παραστρατημένο να εξανίσταται, πασκίζοντας να το αποτιμήσει. Τι να αποτιμήσει! Ποιος μπορεί να υπολογίσει την αξία των δακρύων μιας ψυχής που συντρίβεται! Πώς κοστολογείται η υπομονή, μπροστά στην περιφρόνηση και τα βρώμικα βλέμματα των «καθωσπρέπει» ακροατών του Δασκάλου, την ώρα που αυτή, η πόρνη, με το θράσος της απόγνωσης μυρώνει τα πόδια Του, που δεν τολμά καλά-καλά να τα αγγίξει!
«Μα γίνεται Κύριε να τη δεχτείς; Γίνεται Κύριε να δεχτείς τον καθένα, που αμαρτία δεν φτιάχτηκε, που να μην πότισε το κορμί του;»
«Γίνεται, τον ακούω να με διαβεβαιώνει. Φτάνει πολύ να αγάπησε».
«Ε όχι Κύριε δε γίνεται!», επιμένουν οι καλεσμένοι. Μαζί τους επιμένω κι εγώ. Κι ας μη το φωνάζω. Ευτυχώς, σημασία καμιά δε μας δίνει. Κι αφήνει τα μαλλιά της να σκουπίζουν τα πόδια Του. Βουτώ τα φύλλα των βαγιών και της συκιάς στο μύρο που ρέει δίπλα στα πόδια μου, μπας και κρατήσω αυτή την άρρητη ευωδία της μετανοίας και συνεχίζω.

ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ανθισμένη στοά. 
Μια ξύλινη στάλα και στο τέρμα της ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι με λίγα απομεινάρια φαγητού. Κάποιοι έτρωγαν εδώ πριν από λίγο. Οι θέσεις δεκατρείς. Στη θέση τη μεσαία, κομμάτια από ψωμί και μια μισογεμάτη κανάτα κρασί, κόκκινο σαν αίμα. Φέρνω στα χείλη μου λίγη ψίχα ψωμιού βουτηγμένου στο κρασί. Στυλώνομαι. Κρατώ ακόμη ένα νοτισμένο κομμάτι και το τυλίγω σ’ ένα φύλλο από την ξεραμένη συκιά. Λίγο πιο κει, μία λεκάνη με μια πετσέτα. «Θα φώναξαν και κάποιο δούλο, σκέφτομαι, για να τους πλύνει τα πόδια».
Πού νά ’ξερα, πως η λεκάνη αυτή έγινε κολυμπήθρα ταπεινοφροσύνης, για όσους θα θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματα Εκείνου, που πριν λίγο έσκυψε και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Κι ας είχε πριν από λίγο μεταβάλει σε φάρμακο αθανασίας το ψωμί και το κρασί, το κόκκινο σαν αίμα!
Κατεβαίνω. Λάμπει το φεγγάρι πίσω από τις φυλλωσιές. Ένα παράπονο, μου σκίζει την καρδιά:
«Ζήτησα δύναμη στην προσευχή, ν’ αντέξω τα κρίματα ολόκληρου του κόσμου, που σε λίγο θα ματώσουν το κορμί μου και θα βαρύνουν ασήκωτα τους ώμους μου. Και δεν χαλαλίσατε λίγα λεπτά ύπνου, για να προσευχηθείτε μαζί μου;»
Τι να του απαντήσουν οι μαθητές του, τι να του απαντήσω κι εγώ!
Πως Τον άφησα μόνο Του, γιατί τρυγούσα, τις λίγες, τις ασήμαντες ψευτοχαρές μιας ζωής, την ώρα που ζητούσε συντρόφους για να γλυκάνει τις πληγές του κόσμου;
Μόνος στον κήπο της Γεθσημανή, μόνος και μπροστά στους άρχοντες και τους σοφούς του κόσμου τούτου. Πώς να τον υπερασπιστώ; Κάθομαι έξω στην αυλή, να κάνω λίγη παρέα στον Πέτρο. Μαζί θα φωνάξουμε με αγανάκτηση:
«Όχι, δεν τον ξέρουμε. Δεν είμαστε μ’ Αυτόν! Είμαστε δικοί σας. Τα συστήματά σας αναγνωρίζουμε, με τους δικούς σας κανόνες παίζουμε, τα οράματά σας μοιραζόμαστε. Μαζί σας ψάχνουμε τους άλλους, τους κακούς, που πάντα φταίνε για τα δεινά μας. Μαζί σας ελπίζουμε, πως πάντα κάποιος άλλος, κάποιος καλός θα ’ρθεί για να μας σώσει. Αυτός εκεί μέσα είναι τρελός. Κάθε στραβό του κόσμου, κάθε πληγή των ανθρώπων τα κάνει δική Του υπόθεση. Δεν ψάχνει ενόχους. Κάνει την ξένη ευθύνη δική Του. Αν είναι δυνατόν! Εμείς, δικοί Του; Απορώ και που το σκεφτήκατε».
Μες τις βραγιές, ένας κόκορας σαλπίζει ξημέρωμα. Μα ποιος άφησε
εδώ τον κόκορα; 
Ο Πέτρος με αφήνει και φεύγει, κλαίγοντας πικρά.
Κάτι μεγάλο παρασκευάζεται στην επομένη ανθισμένη στοά. Τι να κρατήσω από δω! Τα πάντα στάζουν αίμα. Ματωμένα φραγγέλια, ματωμένα αγκάθια, ματωμένος χιτώνας. Σα να αιμορραγεί όλος ο κόσμος. Όλη η φρίκη του ματωμένου μαρτυρίου ενός αθώου απλώνεται και πλημμυρίζει τον χρόνο και τον χώρο. Παράνοια! Ποιο το νόημα μιας ανθρωπότητας που στάζει αίμα; Ποιος φταίει, ποιος δικάζει, ποιος τιμωρεί; Τι θα έχανε η δημιουργία αν εξαφανιζόταν ο άνθρωπος; Τι θα έχανε η πλάση, τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα ο αέρας, τα ζώα, αν απαλλασσόντουσαν από το πιο άγριο θηρίο τους; Ένα κορμί λυγίζει από το βάρος του Σταυρού. Γυρίζει με κοιτάει. Τον βλέπω κι αμέσως νιώθω όλους τους ανθρώπους αδέλφια μου:
«Είναι καλοί οι άνθρωποι, κραυγάζει η καρδιά μου, εικόνες Θεού, εικόνες Θεού, ει και στίγματα φέρουν πταισμάτων! Υπάρχει ελπίδα!»Στις κόρες των κατακόκκινων ματιών Του λάμπει ένας κόσμος ποτισμένος στην πραότητα, στην προσφορά και στην ισορροπία. Δεν μπορώ να αντέξω το παραπάτημά Του. Κάνω να Του δώσω ένα χέρι.
Με προλαβαίνει κάποιος Κυρηναίος. Σκύβω να μαζέψω ένα καρφί, που έπεσε απ’ το ζεμπίλι ενός Ρωμαίου.
Μία κραυγή σκίζει σε λίγο τον αέρα. 
Ένα «τετέλεσται». 
Οι χλευαστές από κάτω ακούν για κάποιον, που τέλειωσε. Εγώ, σα να ακούω «όλα αρχίζουν».
Σάββατο πια! Το μονοπάτι μου αρχίζει και κατηφορίζει απότομα. Κάτω εδώ, λουλούδια δεν ανθίζουν. Πού κατεβαίνω; Στον Άδη των Αρχαίων; Στον Άδη της φρίκης του κόσμου; Ή στον Άδη της δικής μου καρδιάς; Πολλή σημασία δεν έχει. 
Κάτω εδώ, σημασία έχει το σκοτάδι. Το πηχτό, το στεγανό, το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι και όλα εδώ κάτω ψάχνονται. Κάνουν κύκλους και κάπου-κάπου νομίζουν πως –επιτέλους-, από δω δεν ξαναπέρασαν, πως από δω περνάνε για πρώτη φορά, πως ο κύκλος πια θα σπάσει. 
Και πάντα η διάψευση. Πάντα όλοι έχουν ξαναπεράσει από κει και πάλι θα ξαναπεράσουν. 
Στον Άδη, όπως στην ιστορία των ανθρώπων, τίποτε δεν αλλάζει. Γι’ αυτό είναι τόσο σκοτεινά!
Πανικός! Πού είναι το τέρμα; 
Εγώ ξεκίνησα μια βόλτα σ’ έναν κήπο. Να τελειώνουνε τ’ αστεία! Θέλω το Πάσχα μου το κανονικό. Θέλω τα σοκολατένια μου αυγά με το δώρο έκπληξη! Θέλω τα υπέρβαρα αμάξια στη Εθνική και τις σούβλες να εξέχουν. Θέλω τις κροτίδες, που θέλουν να ανατινάξουν το ναό. Θέλω το άδειο προαύλιό του μετά το πρώτο-πρώτο Χριστός Ανέστη! Θέλω να φύγω από δω!
«Γιατί;, με ρωτούν ειρωνικά οι αθέατοι συνοδοιπόροι μου. Όλα όσα ψάχνεις είναι εδώ. Συνέχιζε να ψηλαφίζεις και θα τα βρεις. Θα νιώσεις σα στο σπίτι σου».
Συνεχίζω να ψηλαφώ. Δίκιο είχαν! Τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν σούβλες και κροτίδες και μαγειρίτσες ανυπόμονες και γυφτοτράγουδα στη διαπασών. Μα ξαφνικά, τα χέρια μου αγγίζουν ένα σώμα, δυο χέρια, δυο ώμους. Φτάνω στο πρόσωπο και το κοιτώ.
Ένα πρόσωπο πιο δυνατό απ’ το σκοτάδι. Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι ορατά. Μέσ’ απ’ τη λάμψη Του, το σκοτάδι λιώνει, «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός».
«Ποιος είσαι;» ρωτώ.
«Ο νέος άρχοντας αυτού του τόπου, μου απαντάει. «Καλωσήρθες!»
Αγένεια να μην του προσφέρω ένα πεσκέσι. Αφήνω στα χέρια Του τα βάγια, τα φύλλα της συκιάς, τα ποτισμένα με το μύρο, το λυχνάρι, το νοτισμένο το ψωμί απ’ το κρασί το κόκκινο σαν αίμα, το καρφί.
«Σ’ ευχαριστώ» μου κάνει.
«Κύριε, θέλω να φύγω από δω!»
«Εύκολο, μου λέει. Κράτα τα χέρι μου».
«Κύριε, δύναμη δεν έχω να κρατήσω πια τίποτε».
Με αρπάζει απ’ τον καρπό.
«Εγώ φεύγω, μου λέει. Για να σε πάρω μαζί μου, πρέπει να θυμηθείς κάτι που έδωσες δωρεάν, όσο περπάταγες εκεί επάνω».
Προσπαθώ να θυμηθώ.
«Κύριε, του λέω, κάποτε σε μια τάξη, έδωσα σ’ ένα μαθητή μου ένα κρεμμύδι».
«Μου φτάνει», λέει Εκείνος.
Νιώθω να με τράβα προς το φως. Μα ξαφνικά τα πόδια μου βαραίνουν. Χέρια πολλά με αρπάζουν, κάποιοι ποθούν να τραβηχτούν κι αυτοί μαζί μου. Μα δεν θα κάνω το λάθος εκείνης της γιαγιάς.
«Ελάτε, πιαστείτε, όσοι μπορείτε, φωνάζω. Δε θέλω το φως, όσο κι αν λάμπει, χωρίς τα πρόσωπά σας. Ή όλοι μας ή κανείς! Πιαστείτε
Κι εμένα, Άλλος με τραβά!»
Φως!
Λόγων παύσις!
Ακόμα και τώρα, που στα διηγιέμαι όλ’ αυτά, νιώθω την πατρική παλάμη, με δύναμη γλυκιά και τρυφεράδα, να κρατάει τον καρπό μου.
Στο λέω να το πιστέψεις:
Πριν ξεκινήσει το σεργιάνι μου, το φως που πρωτοαντίκρισα στο βάθος, ανοίγοντας του κήπου το πορτάκι, δεν ήταν ψέμα.


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο του Όρθρου της Μ. Τετάρτης
«ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα,
ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ.»


κατὰ Ἰωάννην 12, 17 - 50 

✙ 17᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ' αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
✙ 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 

✙ 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν.
῾Η αἴτησις τῶν ῾Ελλήνων
✙ 20 ῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. 
✙ 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν. 
✙ 22 ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ, καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ ᾿Ιησοῦ· 
✙ 23 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 
✙ 24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. 
✙ 25 ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. 
✙ 26 ἐὰν ἐμοὶ διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. 
✙ 27 Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διά τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. 
✙ 28 πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. 
✙ 29 ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν. 
✙ 30 ἀπεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· οὐ δι' ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι' ὑμᾶς. 
✙ 31 νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·
✙ 32 κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. 
✙ 33 τοῦτο δὲ ἔλεγε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. 
✙ 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; 
✙ 35 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ' ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει. 
✙ 36 ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ' αὐτῶν.

Απιστία στην ᾿Ιουδαία, αλλὰ και μερικοὶ κρυφοὶ μαθητές
✙ 37 Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, 
✙  38 ἵνα ὁ λόγος ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 
 39 διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν ῾Ησαΐας· 
 40 τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 
 41 ταῦτα εἶπεν ῾Ησαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ. 
 42 ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· 
 43 ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Σύνοψις τῆς δημοσίας διδασκαλίας τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ
 44 ᾿Ιησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλ' εἰς τὸν πέμψαντά με, 
 45 καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. 
✙ 46 ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. 
 47 καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ρημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον. 
 48 ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· 
 49 ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· 
✙ 50 καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο του Όρθρου της Μ. Τρίτης
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί»

Κατά Ματθαῖον

Κεφ. 22: 15 - 46
✙ 15 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, (Τότε) πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ. 
✙ 16 καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν ῾Ηρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· 
✙ 17 εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; 
✙ 18 γνοὺς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπε· τί με πειράζετε, ὑποκριταί; 
✙ 19 ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου. οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον. 
✙ 20 καὶ λέγει αὐτοῖς· τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή; 
✙ 21 λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος· τότε λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 
✙ 22 καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν, καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.
✙ 23 ᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν 
✙ 24 λέγοντες· διδάσκαλε, Μωσῆς εἶπεν, ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 
✙ 25 ἦσαν δὲ παρ᾿ ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ· 
✙ 26 ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά. 
✙ 27 ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. 
✙ 28 ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται ἡ γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν. 
✙ 29 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. 
✙ 30 ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ᾿ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι. 
✙ 31 περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ρηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος, 
✙ 32 ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ισαὰκ καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. 
✙ 33 καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.
η υπέρτατη εντολή
✙ 34 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες ὅτι ἐφίμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό, 
✙ 35 καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· 
✙ 36 διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; 
✙ 37 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. 
✙ 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. 
✙ 39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 
✙ 40 ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται.
✙ 41 Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς 
✙ 42 λέγων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυῒδ. 
✙ 43 λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων, 
✙ 44 εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 
✙ 45 εἰ οὖν Δαυῒδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστι;
✙ 46 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι.

Κεφ. 23: 1 - 39
✙ 1 ΤΟΤΕ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ 
✙ 2 λέγων· ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. 
✙ 3 πάντα οὖν ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε, κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε· λέγουσι γάρ, καὶ οὐ ποιοῦσι. 
✙ 4 δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά. 
✙ 5 πάντα δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. πλατύνουσι γὰρ τὰ φυλακτήρια αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν,
✙ 6 φιλοῦσι δὲ τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς 
✙ 7 καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ραββὶ ραββί. 
✙ 8 ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ραββί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε. 
✙ 9 καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 
✙ 10 μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός. 
✙ 11 ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος. 
✙ 12 ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. 
τα φοβερά «Οὐαὶ» 
✙ 13 Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα. 
✙  14 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν. 
✙  15 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν. 
✙  16 Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ λέγοντες ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ ναῷ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ᾿ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ χρυσῷ τοῦ ναοῦ, ὀφείλει. 
✙  17 μωροὶ καὶ τυφλοί! τίς γὰρ μείζων ἐστίν, ὁ χρυσός ἢ ὁ ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν; 
✙  18 καί· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ᾿ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ δώρῳ τῷ ἐπάνω αὐτοῦ, ὀφείλει. 
✙  19 μωροὶ καὶ τυφλοί! τί γὰρ μεῖζον, τὸ δῶρον ἢ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον; 
✙  20 ὁ οὖν ὀμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ· 
✙  21 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικήσαντι αὐτόν· 
✙  22 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ. 
✙  23 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. 
✙  24 ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες! 
✙  25 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. 
✙  26 Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. 
✙  27 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. 
✙  28 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας. 
✙  29 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων, 
✙  30 καὶ λέγετε· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν. 
✙  31 ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. 
✙ 32 καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν. 
✙  33 ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν! πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης; 
✙  34 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, 
✙  35 ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυνόμενον ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ αἵματος ῎Αβελ τοῦ δικαίου ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου, ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. 
✙  36 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἥξει ταῦτα πάντα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην.
῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς θρηνεῖ τὴν τύχην τῆς ῾Ιερουσαλὴμ
✙  37 ῾Ιερουσαλὴμ ῾Ιερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. 
✙  38 ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. 
✙  39 λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ᾿ ἄρτι ἕως ἂν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς
καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί»


Στὸ δεύτερο μέρος τοῦ εὐαγγελίου τοῦ ὄρθρου τῆς μ. Τρίτης (= μ. Δευτέρας βράδυ) ὁ Ἰησοῦς κάνει τὰ ἀποκαλυπτήρια τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων. Σχεδὸν «ξιφουλκεῖ». 
Δημοσιεύει τὴν ὑποκριτικὴ ζωή τους καὶ προστατεύει τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν κακή τους ἐπίδραση.
«Στὸ διδασκαλικὸ θρόνο τοῦ Μωϋσέως, λέει, κάθισαν νομοδιδάσκαλοι καὶ φαρισαῖοι. Ὅλα ὅσα σᾶς λένε οἱ ἀνάξιοι αὐτοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ Μωϋσέως μέσα ἀπὸ τὸ νόμο εἶναι σωστὰ καὶ σᾶς προτρέπω νὰ τὰ ἐφαρμόζετε· κατὰ τὰ ἔργα τους ὅμως νὰ μὴν κάνετε τίποτε. Διότι λένε συνήθως τὰ πρέποντα, ἀλλὰ δὲν τὰ πιστεύουν καὶ δὲν τὰ ἐφαρμόζουν». Διδάσκουν δικές τους διδασκαλίες ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ. Γίνονται σοῦπερ διδάσκαλοι, λεπτολόγοι καὶ σχολαστικοί, γιὰ τοὺς ἄλλους βέβαια.
«Ὅλα τὰ ἔργα τους τὰ κάνουν γιὰ τὸ θεαθῆναι. Φαρδαίνουν τὰ φυλαχτά τους καὶ μεγεθύνουν τὸν ποδόγυρο τῶν φορεμάτων τους. Ὅπως κάποιοι δένουν μία κλωστὴ στὸ δάχτυλο, γιὰ νὰ μὴν ξεχάσουν κάτι, ἔτσι καὶ αὐτοί, γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν τάχα τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, γράφουν σὲ μεγέθυνση ρητὰ στὰ φορέματά τους, γιὰ νὰ ἐφαρμόζουν τάχα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ φαίνονται εὐσεβεῖς στοὺς ἀνθρώπους. Τὴ νηστεία τὴ φιλανθρωπία τὴν προσευχὴ καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ πράγματα τὰ κάνουν ὄχι γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ θαυμάζονται».
«Ἀγαποῦν τὸ πρῶτο ντιβάνι στὰ δεῖπνα καὶ τὴν πρώτη καρέκλα στὶς συναγωγές, καὶ τὶς ἐπιδεικτικὲς χαιρετοῦρες στὶς πολυσύχναστες ἀγορὲς καὶ τὶς προσφωνήσεις τῶν ἀνθρώπων Διδάσκαλε, διδάσκαλε». Μὲ μία λέξι, «ψοφοῦν» γιὰ διακρίσεις.
Ὁ Ἰησοῦς ποὺ δὲν θέλει τοὺς μαθητάς του σὰν τοὺς φαρισαίους, διακόπτει λίγο τὴν κριτικὴ κατὰ τῶν φαρισαίων σὰν σὲ παρένθεση, στρέφεται πρὸς αὐτούς, καὶ τοὺς συμβουλεύει νὰ μὴν ὀνομαστοῦν ποτὲ διδάσκαλοι πατέρες καὶ ἡγήτορες, γιατὶ τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἀνήκουν μόνο στὸ μεσσία. «Καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι μεγαλύτερος ἀνάμεσά σας, προσθέτει, θὰ πρέπει νὰ εἶναι διάκονος, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ ὑψώσει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν ταπεινώσει θὰ δοξασθεῖ».
Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐννοεῖ πατέρα αὐτὸν ποὺ πιστεύει ὅτι γέννησε καὶ ἔσωσε τὴν ἐκκλησία. Τέτοιος πατέρας εἶναι μόνο ὁ Χριστός. Ὅποιος ὀνομάσει τὸν ἑαυτό του πατέρα μὲ τέτοια ἔννοια, σφετερίζεται τὴν πατρότητά του. Διδάσκαλο ἐννοεῖ αὐτὸν ποὺ πιστεύει ὅτι ἡ σοφία του εἶναι ὑπέρτατος νόμος. Ὅποιος ὀνομάζει τὸν ἑαυτό του διδάσκαλο μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ σφετερίζεται τὸ διδασκαλικό του ἀξίωμα. Καθηγητὴν ἐννοεῖ τὸν καθοδηγητὴ τῆς ἐκκλησίας. Ὅποιος ὀνομάσει τὸν ἑαυτό του καθηγητὴ μὲ τέτοια ἔννοια, ὅπως ὁ πάπας τῶν παπικῶν, σφετερίζεται τὸ μεσσία. Συνιστᾶ στοὺς μαθητάς του νὰ μὴ δέχονται νὰ προσφωνοῦνται ἔτσι, σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους ποὺ τὸ ἐπιδίωκαν μανιασμένα.
Ὁ Ἰησοῦς ἤδη λίγο ἀπέχει ἀπὸ τὸ πάθος του. Ὁ φθόνος καὶ ἡ κακία τῆς θρησκευτικῆς ἡγεσίας ἐναντίον του ἔχουν ξεπεράσει κάθε ὅριο. Γνωρίζει ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ ἀτιμωτικοῦ θανάτου του. Ἐντούτοις οὔτε δειλιάζει οὔτε φεύγει. Μιλάει μὲ θάρρος στοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους καὶ τοὺς καυτηριάζει. Ἀφήνει νὰ ἐκδηλωθεῖ ὅλη ἡ ἱερὴ ἀγανάκτησή του ἐναντίον τῶν ἐλεεινῶν ἐμπόρων τῆς εὐσεβείας. Τίποτε δὲν προκάλεσε τόσο τὴν ὀργή του ὅσο ἡ ὑποκρισία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
«Ἀλίμονό σας, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί, τοὺς λέει, διότι ἐμφανιζόμενοι σὰν ἄνθρωποι προσευχῆς κατατρῶτε τὰ σπίτια τῶν χηρῶν. Γι’ αὐτὸ θὰ καταδικασθεῖτε περισσότερο ἀπὸ τοὺς κοινοὺς κλέφτες». Ἂς σημειωθεῖ ὅτι οἱ ὑποκριταὶ αὐτοὶ προσεύχονταν σὲ πολυσύχναστα μέρη, γιὰ νὰ τοὺς θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι. Προσεύχονταν ἀκόμη καὶ γιὰ ν’ ἀποσποῦν τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴ συνέχεια νὰ τρῶνε τὶς περιουσίες τους.
«Ἀλίμονό σας, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι σεῖς μὲν δὲν μπαίνετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν γιὰ τὴν ἀπιστία σας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοὺς κλείνετε τὴν πόρτα τῆς βασιλείας». Ὑπόψιν ὅτι ἀλλιῶς περιέγραφαν τὸ μεσσία οἱ προφῆτες καὶ ἀλλιῶς τοὺς τὸν παρουσίαζαν αὐτοί, γιὰ νὰ μὴν τὸν πιστέψουν. Ἀντὶ νὰ φωτίζουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς σκότιζαν. Ἀντὶ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τοὺς παρέσυραν στὴν ἀπιστία.
«Ἀλίμονό σας, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι γυρίζετε γῆ καὶ θάλασσα, ὅλη τὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνετε ἕναν κατηχούμενο, κι ὅταν γίνει, τὸν κάνετε γιὸ τῆς κολάσεως δυὸ φορὲς χειρότερο ἀπὸ σᾶς, διότι τοῦ μεταδίδετε τὶς κακίες τὶς πονηρίες καὶ τὶς διαστροφές σας».
«Μωροὶ καὶ τυφλοί, κάνετε τὰ οὐσιώδη ἐπουσιώδη καὶ τὰ ἐπουσιώδη οὐσιώδη. Ὁ ναός, λέτε, δὲν ἔχει ἀξία, ἐνῷ τὸ χρυσάφι τοῦ ναοῦ ἔχει. Ὅποιος ὁρκιστεῖ στὸ ναό, δὲν ἁμαρτάνει καὶ δὲν ὀφείλει· ὅποιος ὁρκιστεῖ στὸ χρυσάφι τοῦ ναοῦ, ἁμαρτάνει καὶ ὀφείλει νὰ πληρώσει χρῆμα, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ. Τὸ θυσιαστήριο, λέτε, δὲν ἔχει ἀξία, ἐνῷ τὸ προσφερόμενο στὸ θυσιαστήριο ζῷο ἔχει. Ὅποιος ὁρκιστεῖ στὸ θυσιαστήριο δὲν ἁμαρτάνει καὶ δὲν ὀφείλει· ὅποιος ὁρκιστεῖ στὸ δῶρο ἁμαρτάνει καὶ ὀφείλει νὰ προσφέρει δῶρο, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ».
᾿Εκ πρώτης ὄψεως νομίζει κανεὶς ὅτι οἱ φαρισαῖοι ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν τήρηση τῆς ἱερότητος τοῦ ὅρκου. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οἱ φαρισαῖοι καπηλεύονται τὸν ὅρκο γιὰ τὸν πλουτισμό τους, πρᾶγμα ποὺ ὁ Ἰησοῦς τὸ θεωρεῖ ἱεροκαπηλεία καὶ τὸ ἐλέγχει. Διότι ποιός δὲν ξέρει ὅτι ὁ ναὸς εἶναι πιὸ ἅγιος ἀπὸ τὸ χρυσὸ τοῦ ναοῦ, καὶ τὸ θυσιαστήριο πιὸ ἅγιο ἀπὸ τὸ προσφερόμενο ζῷο; Τί εἶναι ἀνώτερο; Τὸ ξύλο πάνω στὸ ὁποῖο χύθηκε τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἢ τὸ ἴδιο τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κοινωνοῦμε; Μιὰ κάποια εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἢ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Τὰ ἀντικείμενα ποὺ ἁγιάστηκαν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἢ ὁ Χριστὸς ποὺ τὰ ἁγιάζει;
«Ἀλίμονό σας, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι προσφέρετε τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ τὸ δυόσμο καὶ τὸ ἄνηθο καὶ τὸ κύμινο, ἀλλὰ τὶς πιὸ οὐσιώδεις ἐντολὲς τοῦ νόμου γιὰ δίκαιη κρίση καὶ ἐλεημοσύνη καὶ ἐντιμότητα τὶς ἔχετε παρατήσει. Καὶ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ κάνετε καὶ ἐκεῖνα νὰ μὴν τὰ ἀφήσετε. Εἶστε ὁδηγοὶ τυφλοὶ ποὺ στραγγίζετε τὸ κουνοῦπι ἀπὸ τὸ κρασί, ἀλλὰ καταπίνετε τὴν καμήλα». Προφανῶς τὰ μάτια τῶν φαρισαίων τὰ μεγάλα ἁμαρτήματα, ποὺ τὰ παρομοιάζει ὁ Κύριος μὲ καμήλα, δὲν τὰ ἔβλεπαν καὶ τὰ διέπρατταν σκανδαλίζοντας τὸ λαό, ἐνῷ τὰ μικρὰ καὶ ἐπουσιώδη ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν μὲ τὸ κουνοῦπι τὰ πρόσεχαν καὶ τὰ τηροῦσαν μὲ σχολαστικότητα.
Στὴ συνέχεια ὁ Κύριος τοὺς ἐλέγχει, διότι δίνουν σημασία στὰ ἐξωτερικὰ καὶ ὄχι στὰ ἐσωτερικά, διότι ἀπ’ ἔξω φαίνονται ὡραῖοι, ἀλλ’ ἀπὸ μέσα βρομοῦν σὰν τοὺς τάφους, διότι ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι φονιᾶδες, ὅπως οἱ πρόγονοί τους καὶ χειρότεροι ἀκόμη, διότι καὶ στὸ μέλλον θὰ συνεχίσουν τὴ φονική τους διάθεση κατὰ τῶν κηρύκων ποὺ θὰ τοὺς στείλει. Καὶ θρηνεῖ ὁ Κύριος γιὰ τὴν ᾿Ιερουσαλὴμ ποὺ τὴν κατοικοῦν τέτοιοι κακοὶ ἄνθρωποι, ποὺ πολλὲς φορὲς θέλησε νὰ τοὺς μαζέψει κάτω ἀπὸ τὰ φτερὰ τῆς ἀγάπης του, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν θέλησαν. Τελειώνει τὸν ἔλεγχο ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν προφητεία ὅτι κάποτε θὰ συνέλθουν καὶ αὐτοί, καὶ ἐννοεῖ μετὰ τὴ δευτέρα παρουσία του, ὅταν ἀναγκαστικὰ θὰ τὸν παραδεχτοῦν ὡς εὐλογημένο ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι ἀργά.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης