Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

«ἔρχου καὶ ἴδε.»

«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Ήν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε.»
του Μακαρ. Αρχιεπισκόπου Τιράνων κ.κ. Αναστασίου

Έρχου και άκουσε με προσοχή, χωρίς προκατάληψη, την προσωπική πείρα μυριάδων ψυχών, που βρήκαν τη λύτρωση κοντά στο Χριστό.

Δοκίμασε να Τον προσεγγίσεις· όχι ψυχρά, με το κρύο μυαλό, αλλά με όλη την ύπαρξή σου. Αν σταθείς από μακρυά, σαν παρατηρητής, δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσεις και να γευθείς τη νέα ζωή, που μεταδίδει ο Κύριος.

Μπορεί ποτέ κανείς να χαρεί τη γλυκύτητα που έχει το μέλι παρατηρώντας το χρώμα του σε μια ωραία διαφήμιση ή έστω θωπεύοντας ένα δοχείο με μέλι;

Μπορεί κανείς ν’ απολαύσει μια μελωδία μουσική ξεφυλλίζοντας τα χαρτιά με τα μουσικά σημεία, που ελάχιστα γνωρίζει;

Μη στέκεις λοιπόν μακρυά, αγγίζοντας διστακτικά με τη σκέψη σου τις χριστιανικές αλήθειες. Ο Χριστιανισμός δεν είναι μια διδασκαλία περί ζωής. Είναι ζωή. Εν Χριστώ ζωή. Λυτρωμένη, γεμάτη θεία γεύση και φως.

Μέσα στο «ἔρχου καὶ ἴδε.»,
δεν υπάρχει μόνο μια κλήση για όσους δεν γνωρίζουν καθόλου τον Ιησού. Υπάρχει επίσης μια υπόμνηση· και για όλους εμάς, που δεν τον γνωρίσαμε καλά· και ίσως διατηρούμε στην ψυχή μας δισταγμούς και επιφυλάξεις.

Δεν φθάνει, ότι ακούσαμε κηρύγματα και διαβάσαμε χριστιανικά έντυπα. Κάθε μέρα πρέπει να πλησιάζουμε τον Χριστό, με περισσότερο πόθο, διάθεση μαθητείας, με ειλικρίνεια και άδολη καρδιά.

Και τότε, απ’ την προσωπική μας πια εμπειρία, θα αναδύεται πασίχαρη η κραυγή του Ναθαναήλ: «Ραββί, σύ εί ο Υιός του Θεού»· ο Λυτρωτής· η ζωή μου!

radiofloga

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Άγιος Εφραίμ ο Σύρος - Η ευχή της Σαρακοστής


Ανάμεσα σ’ όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονής καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν».

Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μεγάλης Σαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή. 
Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μία μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ, καί ἐλέησόν με» . 
Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.
Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.

Η αργία
Η βασική ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό ν’ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. 
Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει την ζωή μας μια απέναντι πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.

Η λιποψυχία

Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η «λιποψυχία». 
Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο· γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ’ αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει.

Ἡ περιέργεια
«Πνεῦμα», ἐπίσης, «περιεργίας». 
Ἐὰν ἡ ἀργία εἶναι τὸ νὰ χαθεῖ κάνεις μέσα στὸ τίποτα, ἡ περιέργεια εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: νὰ σκορπίζεται μέσα στὸ παντοῦ, νὰ χώνεται παντοῦ καὶ πάντα. Νὰ θέλει νὰ τὰ μάθει κανεὶς ὅλα. Λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες: «μισῶ τὸ χαμερπὲς πάθος τῆς περιεργίας». Αὐτὸ τὸ πάθος τῆς περιεργίας ποὺ μὲ κάνει νὰ σέρνομαι χαμηλά. Αὐτὸ θὰ πεῖ χαμερπές· σημαίνει νὰ ἕρπω χάμω. Αὐτὸ τὸ πάθος ἐνδημεῖ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Διαβάζουμε πιὸ εὔκολα ἕνα κουτσομπολίστικο θρησκευτικὸ περιοδικὸ παρὰ τὴν Κλίμακα. 
Παρακολουθοῦμε πιὸ εὔκολα μία σκανδαλιστικὴ ἐκπομπὴ στὴν τηλεόραση παρὰ συμμετέχουμε σὲ μία ἀγρυπνία. Αὐτὴ εἶναι ἡ περιέργεια· νὰ ξέρεις, νὰ ψάχνεις τὴ ζωὴ τοῦ διπλανοῦ σου. Σὰν νὰ τὸν βλέπεις μὲ τὶς πιτζάμες τῆς ὑποστάσεώς του. Νὰ ἀνακαλύπτεις τὰ μυστικά του, χωρὶς κανέναν λόγο. Νὰ ἀφήνεις στὴν ἄκρη τὸν θησαυρὸ καὶ νὰ μπερδεύεσαι μὲ τὰ σκουπίδια.
Αὐτὸ δημιουργεῖ ἕναν σκορπισμό, μία διάχυση καὶ ἔτσι δὲν συγκροτεῖται ἡ ψυχή. 
Ζητοῦμε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖο, πάλι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀποψύχει τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ρίχνει τὴ θερμοκρασία της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θερμανθεῖ, ὥστε νὰ λειτουργήσει μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ βάθος, νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ φωλιάσει μέσα μας.
περισσότερα εδώ

Η φιλαρχία
Πνεύμα φιλαρχίας! 
Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα.

Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς τον Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω αν εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις.

Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους· έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.

Η αργολογία

Τέλος είναι η αργολογία. Απ’ όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν Λόγος (Ιωαν. 1:1).

Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει· ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα.

Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. «Ενισχύει» την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.

Αυτά τα τέσσερα σημεία είναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου.

Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας.
Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε –πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης «σωφροσύνη» μόνο στη σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία», πρώτα απ’ όλα, είναι η αδράνεια, τα σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια.

Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από τη σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι η αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.

Η Ταπεινοφροσύνη
Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε. Μόνο η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας· μόνο μ’ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλωσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Η Υπομονή
Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπαρμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή.

Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ’ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραστη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.

Η Αγάπη

Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.

Η υπερηφάνεια

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «…δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου…». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «ἐμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια.

Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο τότε ο αιώνιος εχθρός –η υπερηφάνεια- θ’ αφανιστεί μέσα μας.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν
από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή»,
εκδόσεις «Ακρίτας»

Υποσημειώσεις:
1) Κάθε φορά που λέμε ένα στίχο της ευχής του Οσίου Εφραίμ, κάνουμε μία μεγάλη μετάνοια. Σύνολο τρεις. Όταν τελειώσουμε αυτές, κάνουμε δώδεκα μικρές μετάνοιες λέγοντας σε καθεμία από αυτές: «Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ, καί ἐλέησόν με». Στο τέλος επαναλαμβάνουμε άλλη μία φορά τον τελευταίο στίχο της ευχής (Ναι, Κύριε Βασιλεύ...) και πραγματοποιούμε άλλη μία μεγάλη μετάνοια. (Ωρολόγιον το Μέγα, εκδ. Αποστολική Διακονία, 2003).
2) Ο συγγραφέας μεταφράζει από το ελληνικό κείμενο τη λέξη «περιέργεια» με την αγγλική λέξη faint-heartedness που σημαίνει λιποψυχία, δειλία.

Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Ένωση

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η Ηθική Θεωρία του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου
ΕΙΣ ΘΕΟΣ, ΕΝ ΤΕ ΘΕΟΙΣΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ,

Η Ηθική Θεωρία του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου


Ο Ξενοφάνης Δεξίου ή Ορθομένους ο Κολοφώνιος ήταν πραγματικά ένας σοφός, έτοιμος να κατευθύνει την ευφυΐα του προς οποιοδήποτε πρόβλημα. 
Εκτός από τη θεολογία και την ηθική θεωρία του, είναι ενδιαφέροντα τα εξής: έδειξε με τη φιλοσοφία του τα όρια του ανθρώπου, ήταν ο πρώτος "ενίσας" και ξεκίνησε την πορεία για την αποκορύφωση της αφηρημένης , θεωρητικής σκέψης. Ήταν βέβαια και φυσικός φιλόσοφος και πρώτος απαρίθμησε διάφορα είδη απολιθωμάτων.

Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε στην Κολοφώνα της Ιωνίας στη Μικρά Ασία γύρω στο 570 π.Χ. και ήταν ίδιας ή όχι πολύ μικρότερης ηλικίας από τον Πυθαγόρα. Έφτασε σε μεγάλη ηλικία(πέθανε περίπου 90 ετών, σχετικά φτωχός ). Έφυγε από την Κολοφώνα λόγω των Περσών και της διαφθοράς που κυριαρχούσε στην πόλη. 

Έπειτα ταξίδεψε και διέμενε κυρίως στη Μεγάλη Ελλάδα(Ιταλία). Ένα μέρος της ζωής του το πέρασε στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας, όπου ίδρυσε την Ελεατική Φιλοσοφική Σχολή. Ήταν σοφός αλλά και ποιητής (έγραφε τραγούδια και ελεγείες), κάποια από τα ποιήματα του ονομάστηκαν Σίλλοι (κλεφτές ματιές) ή σάτιρες. 
Οι Σίλλοι ήταν στίχοι επικριτικοί των αξιών της εποχής του, των ανθρώπων που τις καθιέρωσαν και του τρόπου ζωής.


Στη θεολογία του ο Ξενοφάνης στρέφεται εναντίον της αθανασίας και της ανθρωπόμορφης φύσης των θεών της εθνικής θρησκείας:


🔆 ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙΣ ΑΝΕΘΗΚΑΝ ΟΜΗΡΟΣ Θ'ΗΣΙΟΔΟΣ ΤΕ

ΟΣΣΑ ΠΑΡ'ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙΝ ΟΝΕΙΔΕΑ ΚΑΙ ΨΟΓΟΣ ΕΣΤΙΝ,
ΚΛΕΠΤΕΙΝ ΜΟΙΧΕΥΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΑΠΑΤΕΥΕΙΝ ( DK 21B 11).
🔆 ΑΛΛ'ΟΙ ΒΡΟΤΟΙ ΔΟΚΕΟΥΣΙ ΓΕΝΝΑΣΘΑΙ ΘΕΟΥΣ ,

ΤΗΝ ΣΦΕΤΕΡΗΝ Δ'ΕΣΘΗΤΑ ΕΧΕΙΝ ΦΩΝΗΝ ΤΕ ΔΕΜΑΣ ΤΕ (DK 21B 14 ).
🔆 ΑΙΘΙΟΠΕΣ ΤΕ (ΘΕΟΥΣ ΣΦΕΤΕΡΟΥΣ) ΣΙΜΟΥΣ ΜΕΛΑΝΑΣ ΤΕ ΘΡΗΚΕΣ ΤΕ ΓΛΑΥΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΥΡΡΟΥΣ(ΦΑΣΙ ΠΕΛΕΣΘΑΙ) (DK 21B 16).
🔆 ΑΛΛ'ΕΙ ΧΕΙΡΑΣ ΕΧΟΝ ΒΟΕΣ (ΙΠΠΟΙ Τ') ΗΕ ΛΕΟΝΤΕΣ ,

Η ΓΡΑΨΑΙ ΧΕΙΡΕΣΣΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΕΛΕΙΝ ΑΠΕΡ ΑΝΔΡΕΣ,
ΙΠΠΟΙ ΜΕΝ Θ'ΙΠΠΟΙΣΙ ΒΟΕΣ ΔΕ ΤΕ ΒΟΥΣΙΝ ΟΜΟΙΑΣ
ΚΑΙ(ΚΕ) ΘΕΩΝ ΙΔΕΑΣ ΕΓΡΑΦΟΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤ'ΕΠΟΙΟΥΝ
ΤΟΙΑΥΘ'ΟΙΟΝ ΠΕΡ ΚΑΥΤΟΙ ΔΕΜΑΣ ΕΙΧΟΝ (ΕΚΑΣΤΟΙ) (DK 21 B 15).

Παρατηρεί ο Ξενοφάνης, ότι οι θεοί είναι ανήθικοι και είναι λάθος να τους προσδίδουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Διάφορες φυλές τους δίνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και το ίδιο θα έκαναν και τα ζώα αν είχαν θεούς. Ο ίδιος σχηματίζει την πεποίθηση, πως υπάρχει μία μοναδική μη-ανθρωπόμορφη θεότητα.

🔆 ΕΙΣ ΘΕΟΣ, ΕΝ ΤΕ ΘΕΟΙΣΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ,
🔆 ΟΥΤΙ ΔΕΜΑΣ ΘΝΗΤΟΙΣΙΝ ΟΜΟΙΙΟΣ ΟΥΔΕ ΝΟΗΜΑ (DK 21B 23).
🔆 AIEI Δ'ΕΝ ΤΑΥΤΩ ΜΙΜΝΕΙ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΟΥΔΕΝ,

ΟΥΔΕ ΜΕΤΕΡΧΕΣΘΑΙ ΜΙΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΑΛΛΟΤΕ ΑΛΛΗ,
ΑΛΛ'ΑΠΑΝΕΥΘΕ ΠΟΝΟΙΟ ΝΟΟΥ ΦΡΕΝΙ ΠΑΝΤΑ ΚΡΑΔΑΙΝΕΙ (DK 21 B 25,26).
🔆 ΟΥΛΟΣ ΟΡΑ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ Τ'ΑΚΟΥΕΙ (DK 21 B 24) .


Ο Ξενοφάνης θεωρεί την ιεραρχία των θεών ως αδύνατη. Ο Θεός του Ξενοφάνη διαφέρει και ως προς το σώμα και ως προς τη σκέψη από τον άνθρωπο. Είναι ακίνητος, γιατί λογικά είναι αδύνατον, να κινείται με ανθρώπινα μέτρα ο Θεός. Επίσης για το Θεό η κίνηση είναι περιττή, αφού μόνο με τη θέλησή του συνταράσσει τα πάντα.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος "ενίσας". Με τον όρο αυτό εννοεί ότι ο Ξενοφάνης πρώτος έθεσε ως αξίωμα την ενότητα, μοναδικότητα. Το σώμα του ενός Θεού του Ξενοφάνη ήταν δευτερεύουσας σημασίας όπως και η τοποθέτησή του στο χώρο.

Ο Ξενοφάνης επίσης έθεσε τα όρια της ανθρώπινης γνώσης.

🔆 ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΝ ΟΥΝ ΣΑΦΕΣ ΟΥΤΙΣ ΑΝΗΡ ΙΔΕΝ ΟΥΔΕ ΤΙΣ ΕΣΤΑΙ ΕΙΔΩΣ ΑΜΦΙ ΘΕΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΣΣΑ ΛΕΓΩ ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΩΝ·
ΕΙ ΓΑΡ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΥΧΟΙ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΟΝ ΕΙΠΩΝ,
ΑΥΤΟΣ ΟΜΩΣ ΟΥΚ ΟΙΔΕ· ΔΟΚΟΣ Δ'ΕΠΙ ΠΑΣΙ ΤΕΤΥΚΤΑΙ (DK 21B 34).
🔆 ΤΑΥΤΑ ΔΕΔΟΞΑΣΘΩ ΜΕΝ ΕΟΙΚΟΤΑ ΤΟΙΣ ΕΤΥΜΟΙΣΙ… (DK 21B 35)
🔆 OYTOI AΠ' ΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙ ΘΝΗΤΟΙΣ'ΥΠΕΔΕΙΞΑΝ,

ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΩ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΣΙΝ ΑΜΕΙΝΟΝ (DK 21B 18).
🔆 ΕΙ ΜΗ ΧΛΩΡΟΝ ΕΦΥΣΕ ΘΕΟΣ ΜΕΛΙ , ΠΟΛΛΟΝ ΕΦΑΣΚΟΝ

ΓΛΥΣΣΟΝΑ ΣΥΚΑ ΠΕΛΕΣΘΑΙ (DK 21 B 38).

Η ανθρώπινη γνώση είναι πεπερασμένη και παραμένει ατελής σε σχέση με τη θεία. Η αναζήτηση ωστόσο ανταμείβεται, και για το λόγο αυτό ο Ξενοφάνης και ο Ηράκλειτος πίστευαν πως βρίσκονταν σε μια ξεχωριστή κατάσταση συνειδητότητας. Το παράδειγμα με το μέλι εκφράζει τις απόψεις του Ξενοφάνη για τα όρια της γνώσης και υπογραμμίζει την διαφορά Θεού και ανθρώπων(1).

Ο Ξενοφάνης απέρριπτε τη θεωρία της μετεμψύχωσης του Πυθαγόρα. Το ηρακλειτικό "ΗΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΕΣΤΑΙ" πηγάζει από τη μοναδικότητα, ενότητα και αιωνιότητα του Θεού του Ξενοφάνη. Ο Παρμενίδης με τη σειρά του δέχθηκε τις ιδιότητες αυτές, δεν μπορούσε όμως να δεχθεί την κινητικότητα και μεταβλητότητα του ηρακλειτικού όντος.

Τρεις είναι οι σημαντικές προτάσεις του Ξενοφάνη:

1) Υπάρχει ένας Θεός, πολύ διαφορετικός από τους ανθρώπους στη μορφή και στη σκέψη. Οι θεοί είναι αποκυήματα της φαντασίας των ανθρώπων που τους επινοούν κατ'εικόνα και ομοίωσή τους.

2) Ο Θεός είναι ακίνητος, όμως τα βλέπει όλα, τα καταλαβαίνει όλα και τα ακούει όλα με τρόπο που δε γίνεται κατανοητός από τους ανθρώπους. Προαναγγέλλεται έτσι το "κινούν ακίνητον" του Αριστοτέλη.

3) Η σοφία είναι προτιμότερη από τη σωματική δύναμη και αποτελεί την πραγματική δύναμη και μόρφωση.

Ο Ξενοφάνης εισήγαγε το μονοθεϊσμό. 

Ο Θεός είναι ένας και μέγιστος και το σύμπαν μία πραγματικότητα, ένα ανώλεθρο Ον, που είναι η πρώτη αρχή των άλλων. Πρώτος εισάγει την ιδέα της στάσης και της κίνησης, του Είναι και του Γίγνεσθαι. 
Είναι ενιστής, αφού βλέπει ότι το σύμπαν είναι ένα και κυριαρχείται από μια θεότητα. Αρνείται την παντοδυναμία του νου και τη δυνατότητα του ανθρώπου να κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια. Η πιθανή γνώση όμως είναι δυνατή. Οι θεοί ήταν φειδωλοί ως προς τη γνώση για να αφήσουν στους ανθρώπους ελεύθερο πεδίο αναζητήσεων και ερευνών. 
Ο Ξενοφάνης ήταν υπέρ της προόδου (OYTOI AΠ' ΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙ ΘΝΗΤΟΙΣ'ΥΠΕΔΕΙΞΑΝ, ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΩ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΣΙΝ ΑΜΕΙΝΟΝ., Βλ.παραπάνω). 
Εννοούσε ότι η γνώση αποκαλύπτεται στους ανθρώπους όχι ύστερα από επέμβαση των θεών, αλλά ύστερα από έρευνα του ανθρώπου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της προόδου.


Ως ηθικός φιλόσοφος υιοθετεί κριτική στάση απέναντι στα δεινά της εποχής του και απέναντι στους συμπολίτες του, που τους κατηγορεί για τρυφηλότητα, πολυτέλεια,έλλειψη ψυχικής ανάτασης και υλόφρονα αντίληψη. Θεωρεί ότι η τυραννία των Περσών οφείλεται στην ηθική σήψη και την ψυχική αναιμία των Ελλήνων(2).

Επικριτικός ήταν ο Ξενοφάνης εκτός του Ομήρου και του Ησιόδου, του Θαλή, του Πυθαγόρα και του Επιμενίδη ακόμη και των κορυφαίων αθλητών της εποχής του. H Κολοφώνα το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. βρισκόταν κάτω από την ολιγαρχία των χιλίων ιππέων και ανήκε σε μια περιοχή, υπό την επικυριαρχία της Λυδίας. 
Ο Ξενοφάνης ωστόσο αντιτάχθηκε στη σχετικά ήπια κυριαρχία και αποκαλούσε τους στρατιώτες ακόλαστους και διαφθορείς των ηθών των συμπατριωτών του. 
Όταν όμως ο στρατηγός Άρπαγος άπλωσε τον τρόμο σε όλη την ιωνική ακτή, έφυγε και πιάστηκε από πειρατές. Τον απελευθέρωσαν οι Πυθαγόρειοι Παρμενίσκος και Ορεστάδης, έζησε κατόπιν στην Μεσσίνα, την Κατανία, στις Συρακούσες, στον Ακράγαντα και στο Στρόμπολι, όπου τον εντυπωσίασε μια ηφαιστειακή έκρηξη.


Για το Θεό εκτός των προαναφερθέντων είπε επίσης πως είναι αγέννητος, αφού το τέλειο δε μπορεί να γεννηθεί από το ατελές, άρα ο Θεός είναι άναρχος και αιώνιος. Η ιεραρχία αποκλείεται γιατί ένας υπο-Θεός δε νοείται ούτε όμως ίσοι μπορεί να είναι οι θεοί, γιατί γνώρισμα του Θεού είναι η ανωτερότητά του. Ο Θεός είναι επομένως μοναδικός, παντοδύναμος και δεν έχει όρια όπως τα εννοούν οι άνθρωποι. Ο Αϊνστάιν έχει μιλήσει για τον τετραδιάστατο κυρτό χώρο που είναι ταυτόχρονα πεπερασμένος και άπειρος(3).

Ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος, που, ως λογικός άνθρωπος εναντιώνεται όχι μόνο στη θρησκεία της εποχής του αλλά και σε οποιεσδήποτε δεισιδαιμονίες ή προλήψεις. Η διδασκαλία του για ένα αιώνιο, αμετάβλητο Ον, που υπάρχει πίσω από την ποικιλία των φαινομένων, επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους φιλοσόφους(4).

Ο Παρμενίδης έτσι ισχυρίστηκε ότι η εμπειρία είναι απατηλή, γιατί στηρίζεται σε φαινόμενα. Με τον τρόπο αυτό, χωρίστηκαν η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία, με εκείνη που πηγάζει από το λόγο. Κατά τον Παρμενίδη, η αληθινή γνώση προέρχεται μόνο από ένα αμετάβλητο Ον. Είναι όμως και λόγος, ταυτίζονται(5).

Με τον Ξενοφάνη, ξεκίνησε η πορεία για την αποκορύφωση της αφηρημένης , θεωρητικής σκέψης. 
Ο Ηράκλειτος, είχε αναγνωρίσει το ον στο "αείζωον πυρ", που μεταμορφώνεται ολοένα και παίρνει αυτό, μόνο του, όλες τις μορφές που φανερώνονται μέσα στη φύση. 
Ο Παρμενίδης, όρισε το ον ως "ένα, συνεχές, τετελεσμένο, έμπλεον, ακίνητον, άναρχον, άπαυτον, ταυτόν, έμπεδον, ίσον". Από αυτή τη θέση εξήγησε το φυσικό κόσμο ως φαινομενικό κόσμο. 
Ο Ζήνων στη συνέχεια, εισήγαγε την "επ' άπειρον τομήν", για να αποδείξει ότι η κίνηση και η πολλαπλότητα δεν υπάρχουν: Αν τα πράγματα ήταν διαιρετά, η ιδιότητά τους αυτή θα μπορούσε να προεκταθεί στο διηνεκές του χρόνου. Έτσι όμως, κάθε πράγμα θα ήταν ταυτόχρονα απείρως μεγάλο, και απείρως μικρό. 
Ο Ξενοφάνης, ανταποκρίθηκε έγκαιρα στην ανάγκη, να εξηγηθεί η γένεση των όντων, σε αναφορά προς την ουσία τους. Ο κόσμος χωρίστηκε σε πραγματικό και φαινομενικό(6).


Σύμφωνα με ένα άρθρο του Szab, η εξέλιξη της σκέψης από τον Ηράκλειτο ως τον Παρμενίδη έχει την εξής ακολουθία: αρχικά υπήρχε η πεποίθηση ότι η πολλαπλότητα ταυτίζεται με την πραγματικότητα (θέση), ο Παρμενίδης στη συνέχεια υποστήριξε το αντίθετο, ότι η πραγματικότητα είναι το Ένα (αντίθεση), ενώ ο Ηράκλειτος μετά είπε ότι η πραγματικότητα είναι και τα δύο, το Ένα και η πολλαπλότητα (σύνθεση). Αυτό το ελκυστικό σχήμα όμως δεν συμφωνεί με τα γεγονότα, γιατί εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση με τις χρονολογικές μαρτυρίες, δεν λαμβάνει υπόψη του τον Πυθαγόρα, που υποστήριζε πως η πραγματικότητα έγκειται στη δυαδικότητα. 
Επειδή η θέση του Ηράκλειτου μοιάζει τόσο πολύ με αυτή του διαλεκτικού υλισμού, μπαίνει κανείς σε πειρασμό να βγάλει το συμπέρασμα πως το έργο του αποτελεί την κορύφωση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. 
Πρέπει όμως να προσέξει κανείς πάρα πολύ για να μην κάνει λάθος και παρασυρθεί λόγω της νεότερης αναλογίας. 
Πρέπει να θυμηθεί κανείς πως, η κύρια κατεύθυνση της αρχαίας φιλοσοφίας οδηγεί από τον υλισμό προς τον ιδεαλισμό, ενώ η νεότερη φιλοσοφία έχει την αντίθετη κατεύθυνση, από τον ιδεαλισμό ήγουν προς τον υλισμό. 
Υπάρχει έτσι κάποια συγγένεια μεταξύ Ηράκλειτου και Έγελου, από την άποψη ότι και οι δύο βρίσκονται σε ένα σημείο τομής, σε μια κρίσιμη καμπή. Όμως, ενώ η Εγελιανή διαλεκτική έχει ως περιεχόμενό της το νέο και το εξελισσόμενο, η διαλεκτική του Ηράκλειτου εκφράζει το παλαιό και αυτό που φθείρεται (φθείρεσθαι-φθίνειν). 
Αυτή η διαφορά είναι μεγίστης σημασίας. Με τον Ηράκλειτο, η διαλεκτική της πρώιμης σκέψης, κάτω από την πίεση της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα, που σημάδεψε ένα ακόμη εξελικτικό στάδιο της αφηρημένης, θεωρητικής σκέψης, που οδηγούσε προς τον ιδεαλισμό, βρήκε την πλήρη έκφρασή της. 
Όμως για τον ίδιο λόγο ο διαλεκτικό υλισμός του Ηράκλειτου είναι ήδη πεφορτισμένος με το αντίθετό του. Το αείζωον πυρ του Ηράκλειτου παριστά κάτι το αφαιρετικό και η νομοτέλεια των μεταβολών της φωτιάς ή της αρχέγονης ενέργειας, προκαλεί την ένσταση πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου η ανάγκη να υποθέσουμε κάποια μεταβολή. Αυτό το βήμα το έκανε ο Παρμενίδης. Αμφισβητώντας την πραγματικότητα της μεταβολής, δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προάγει περαιτέρω τη διαδικασία της αφαίρεσης, ώσπου αντικατέστησε το αείζωον πυρ με τη δική του θεωρία του απόλυτου όντος. Η πορεία από τον Ηράκλειτο προς τον Παρμενίδη παριστά την πορεία, που οδηγεί στην ανάπτυξη του ιδεαλισμού, από την ποσότητα στην ποιότητα(7). Το ηρακλειτικό πυρ θα μπορούσε να έχει την πηγή του στη θέση του Ξενοφάνη ότι ο ήλιος σχηματίζεται κάθε μέρα εκ νέου, από μικρά κομματάκια φωτιάς που συναθροίζονται:


ΤΟΝ ΔΕ ΗΛΙΟΝ ΕΚ ΜΙΚΡΩΝ ΠΥΡΙΔΙΩΝ ΑΘΡΟΙΖΟΜΕΝΩΝ ΓΙΝΕΣΘΑΙ ΚΑΘ'ΕΚΑΣΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ(DK 22 B 67a).(8)

Η θέση του έργου του Ξενοφάνη και η επίδραση της φιλοσοφίας του στους μεταγενέστερους, έχει ξεχωριστή σημασία και δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)Πρβλ. G.S.Kirk/J.E.Raven/M.Schofield,"Die vorsokratischen Philosophen", (μτφρ. από τα αγγλ. στα γερμ.): Karlheinz Hülser, εκδ. J.B.Metzler, Stuttgart-Weimar,1994/2001 (για την αγγλική έκδοση: Cambridge University Press 1957,1983) σσ.178-197.

(2)Πρβλ. Γρηγ. Φιλ. Κωσταράς, "Φιλοσοφική Προπαιδεία", Αθήνα, 1991/2000, σσ.180-196.

(3)Πρβλ. Luciano De Crescenzo,"Geschichte der griechischen Philosophie", (μτφρ. από τα ιταλικά στα γερμ) Linde Birk, εκδ. Diogenes, Zürich,1985/1988, σσ. 63-118.

(4)Πρβλ. Hans Joachim Störig, "Kleine Weltgeschichte der Philosophie", εκδ. Fischer Taschenbuch Verlag GmbH (überarbeitete Neuausgabe), Frankfurt am Main, 2. Auflage: April 2000 (Verlag W.Kohlhammer, 1950-1999,Stuttgart) σσ.142-157.

(5)Πρβλ. Peter Kunzmann, Franz-Peter Burkard, Franz Wiedmann,"dtv-Atlas Philosophie", εκδ. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH& Co.KG, München, 7. überarbeitete und erweiterte Auflage Februar 1998 (1. Auflage Oktober 1991) σελ. 33.

(6)Πρβλ. Κυριάκος Σ. Κατσιμάνης-Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, "Φιλοσοφία (Γ'Λυκείου)", ΟΕΔΒ, Αθήνα,1994, σσ. 17-27.

(7)Πρβλ. George Thomson,"Die ersten Philosophen",ins Deutsche übertragen von Hans-Georg Heidenreich† und Erich Sommerfeld, εκδ. Akademie-Verlag GmbH, Gesamtherstellung: Druckhaus ‘Maxim Gorki’-Altenburg DDR (αγγλική έκδοση: Studies in Ancient Greek Society, Vol.II,’ The First Philosophers’ Lawrence&Wishart Ltd., London,1955/1961), Berlin W,1961, σσ. 251-253. Πρβλ. G.S. Kirk/J.E. Raven/M. Schofield, σελ.189. 

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Το αληθινό μένει, μας σώζει

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι…»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. 
Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α’ ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.
Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.
Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.
Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα
Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντηση: Ο πατέρας άκουσε ...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

«... να μπορείς να μιλάς σ’ ένα μικρό παιδί, που ‘χει μάτια καθαρά, και να σε νιώθει.»

Ωραίες οι θεωρίες, οι υψηλές θεολογίες, τα δύσκολα και τα ανεβασμένα.
Το θέμα όμως είναι να μπορείς να μιλάς σ’ ένα μικρό παιδί που ‘χει μάτια καθαρά, και να σε νιώθει.
Και να αισθάνεται πως του λες όχι απλά αλήθειες, μα την αλήθεια σου. 
Και να το πείθεις.
Όχι για βιβλία. Μα για τη δική σου εμπειρία.
Που θα μυρίζει Χριστό.
Όποιος έχει παιδί, ή έχει να κάνει με παιδιά, ξέρει τι θα πει να μιλάς μπροστά στα πιο γνήσια κι αυθεντικά πλάσματα του πλανήτη.
Εκεί που οι βιτρίνες κρατούν για λίγα μόνο λεπτά.

Και μετά περνάμε στο "παρασύνθημα", με όρους μόνο αλήθειας, κι όχι φιγούρας, φαγούρας, πλήξης, ξύλινου λόγου και υποκριτικής φινέτσας.
π. Ανδρέας Κονάνος

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»
Ο ληστής του Παραδείσου

Ήταν ένας ληστής. Ένας άνθρωπος με πλήθος αξιόποινων πράξεων, τέτοιων και τόσων που τον έκαναν απεχθή στα βλέμματα των ανθρώπων. 
Ήταν ένας κατάδικος, της πιο μεγάλης και δίκαιης καταδίκης, αφού ούτε ο ίδιος δεν είχε προβάλει υπεράσπιση και δικαιολογία για τον εαυτό του: «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί προσυπογράφοντας έτσι χωρίς ελαφρυντικά την καταδίκη του (Λουκ. κγ΄ 41). 
Κινούνταν στο περιθώριο. 
Δρούσε στην παρανομία. 
Σκόρπιζε το φόβο, για να δρέψει τελικά όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και τη μήνη των ανθρώπων της εποχής του.

Κι όμως αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος άνθρωπος τιμάται στην αγία μας Εκκλησία μαζί με τα άχραντα πάθη του Θεανθρώπου Κυρίου μας. Την πιο ιερή και αγία ημέρα, την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, που η Εκκλησία μας προβάλλει τα σεπτά πάθη του Σωτήρος Χριστού, φωτίζει και προβάλλει άνθρωπο ανίερο, καταδικασμένο, αδικαιολόγητο ληστή και φόβητρο των ανθρώπων. 
Παράδοξο αλλά και μεγαλειώδες το γεγονός. 
Παράδοξο στην ανθρώπινη λογική και στην πεπερασμένη δικαιοσύνη μας και μεγαλειώδες για το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού.

Πώς λοιπόν αυτός ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών, των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; 
«Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το Μνήσθητί μου», απαντά η αγία Εκκλησία μ’ ένα στίχο του Συναξαρίου της Μεγάλης Παρασκευής. Άνοιξε το σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής, βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.», εκλιπαρεί τον εσταυρωμένο Κύριο μέσα στους δικούς του αφόρητους πόνους της σταυρικής του καταδίκης (Λουκ. κγ΄ 42). Όχι, δεν είναι ένας απλός λόγος αυτό το «μνήσθητί μου». Δεν είναι μια τυχαία και αβασάνιστη παράκληση. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι μια λεπτή ειρωνεία σε κάποιον ομοιοπαθή και αδύνατο συνοδοιπόρο του προς τον θάνατο.

Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κάτι που αντάξιό του είναι η είσοδός του στην ατελεύτητη, αιώνια Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια μικρή φράση που αποτύπωνε με τον πιο σαφή τρόπο ταυτόχρονα μια μεγάλη μετάνοια και μια θαυμαστή ομολογία.

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»

Δεν είναι απλώς ένα συμφεροντολογικό και απέλπιδο «μνήσθητί μου». Μαζί του είναι και η ομολογία «Κύριε» και η πίστη της Βασιλείας του.

Ήταν μεγάλος λόγος ο λόγος του ληστή. 
Πώς μπόρεσε αλήθεια μέσα στην τόση εξαθλίωση και ατιμία, μέσα στην άνευ είδους και κάλλους μορφή του Χριστού, μέσα στη γενική κατακραυγή και τις ειρωνείες να διακρίνει ότι Αυτός ήταν ο Κύριος του ουρανού και της γης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων; 
Πώς μπόρεσε αυτός που σ’ όλη του τη ζωή δεν πόθησε τίποτε άλλο από τον παράνομο πλουτισμό με τα αγαθά των άλλων και την πρόσκαιρη απόλαυση από τον ιδρώτα και τον αγώνα των συνανθρώπων του, να εκτινάξει τώρα, σ’ αυτήν την επώδυνη γι’ αυτόν ώρα, τους πόθους και τις προσδοκίες του από τον μάταιο και απατηλό κόσμο στη Βασιλεία του Θεού; «Σταυρούμενον γαρ βλέπων, βασιλέα εκάλει», λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στο Σταυρό, εν τούτοις Βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει.

Πώς μπόρεσε αυτός την ύστατη αυτή στιγμή της ζωής του να ξεπεράσει σε πίστη και ομολογία όλα εκείνα τα πλήθη των ανθρώπων που άκουσαν τη μελίρρυτη διδασκαλία του Κυρίου μας και αντίκρισαν τα θαύματά του;
Ακόμη και αυτούς που έζησαν επάνω τους τη θαυματουργία της αγάπης του; 
Διότι κανένας απ’ αυτούς δε συμπαραστέκεται, κανένας δεν υπερασπίζεται, πολύ δε περισσότερο κανένας δε φωνάζει αυτή την ώρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος. Μόνο αυτός, όταν επιτιμά τον άλλο ληστή για την ειρωνική του στάση, ομολογεί ότι «ούτος – ο Χριστός δηλαδή – ουδέν άτοπον έπραξε» (Λουκ. κγ΄ 41). Δεν έπραξε τίποτε το άτοπο, τίποτε το μεμπτό. Επομένως είναι αναμάρτητος.

Πιστεύει ο ληστής, και η πίστη του αυτή τον κάνει να ομολογεί άφοβα και ταυτόχρονα να ελπίζει στο άπειρο έλεος του Κυρίου.
* * *
«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.» 
Ένας ληστής πρώτος ένοικος του Παραδείσου! 
Ένας ληστής υπόδειγμα ομολογίας. 
Ένας ληστής παράδειγμα μετανοίας. Έτσι ώστε να εννοήσουμε όλοι μας ότι δε μας δικαιώνουν ενώπιον του Θεού ούτε μας εισάγουν στη Βασιλεία του απλώς οι καλές μας πράξεις. Όπως αντίστοιχα δε μας αποκλείουν οι πολλές και βαριές αμαρτίες. 
Μας αποκλείει από τη χαρά του Παραδείσου η σκληροκαρδία μας, η αμετανοησία μας και ο εγωισμός μας. Και μας ανοίγει τη θύρα του ελέους του, για να εισέλθουμε στη Βασιλεία του, η έμπρακτη και βαθιά μετάνοιά μας. 
Έτσι, για να μην απελπιζόμαστε από την αδυναμία μας, αλλά να ελπίζουμε στο έλεός του, ας αφήσουμε να διαποτίσει το εσωτερικό μας η ικεσία – κλειδί του ληστή: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

«Πάντων ἡμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.»

Ὅλους ἐμᾶς μακάρι νὰ μᾶς θυμηθῆ Κύριος ὁ Θεὸς στὴ βασιλεία του, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες.

῾Η εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» τῆς Μεγάλης Εἰσόδου 

1. ῾Η Μεγάλη Εἴσοδος, δηλαδὴ ἡ λιτανευτικὴ μεταφορὰ τῶν Τιμίων Δώρων καὶ ἡ προσφορά τους στὸ Θυσιαστήριο, ἐγνώρισε τρεῖς διαδοχικὲς φάσεις ἐξελίξεως. 

2. Πρώτη φάσις (ἀρχαϊκὴ) 
α. ῾Η Εἴσοδος γίνεται ἀρχικῶς μὲ ἕναν ἁπλούστατο τρόπο, χωρὶς ἰδιαιτέραν πομπὴ καὶ χωρὶς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ νεκροῦ χρόνου τῆς μεταφορᾶς τῶν Δώρων νὰ ψάλλεται τίποτε. 
β. Στὴν Εἴσοδο συμμετέχουν μόνον οἱ Διάκονοι: διαλέγουν ἀπὸ τὶς πολλὲς προσφορὲς τοῦ Λαοῦ τὰ κατάλληλα γιὰ τὴν Θυσία δῶρα καὶ τὰ μεταφέρουν ἐν ἀπολύτῳ σιγῇ στὸ Θυσιαστήριο, πρὸ τοῦ ὁποίου τὰ ὑποδέχεται καὶ παραλαμβάνει, ὅπως σήμερα, ὁ ᾿Επίσκοπος. 

3. Δευτέρα φάσις 
α. Βραδύτερον, δηλαδὴ κατὰ τὸν Ϛʹ αἰῶνα, ἀναπτύσσεται ἡ διαδικασία προετοιμασίας τῶν Τιμίων Δώρων, ἡ δὲ μεταφορὰ καὶ προσφορά τους στὸ Θυσιαστήριο προσλαμβάνει πανηγυρικὸ καὶ ἐπίσημο χαρακτῆρα, γίνεται μία πραγματικὴ λιτανεία μὲ μεγάλη λαμπρότητα. 
β. Λαμβάνουν πλέον μέρος εἰς αὐτὴν οἱ ῾Ιερεῖς, ὁ κατώτερος κλῆρος καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ μὲ τὴ ἀκολουθία του, οἱ ὁποῖοι διέρχον- ται τὸν Ναὸ ἐν τελείᾳ σιγῇ. 
γ. Ταυτοχρόνως, προκειμένου νὰ καλυφθῆ ὁ νεκρὸς χρόνος τῆς μεταφορᾶς, ψάλλεται ἕνα ᾿Αντίφωνο, τὸ πιθανώτερο ὁ Ψαλμὸς ΚΓʹ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν χερουβικὸ ὕμνο, ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸν Ψαλμὸ ΚΓʹ, ποὺ εἶναι τὸ σημερινὸ Χερου- βικὸ ἢ ἄλλοι ἀντίστοιχοι κατὰ περίπτωσιν: «Σιγησάτω πᾶσα σὰρξ βροτεία...», «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν...», «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ...». 

4. Τρίτη φάσις 
α. Οἱ ῾Ιερεῖς καὶ οἱ Διάκονοι, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λιτανείας καὶ ψαλλομένου τοῦ χερουβικοῦ ὕμνου, «εὔχονται καθ᾿ ἑαυτοὺς» ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ ἢ λέγουν μυστικῶς ἢ ψάλλουν καθ᾿ ἑαυτοὺς γνω- στοὺς ἀπὸ μνήμης Ψαλμοὺς (τὸν Νʹ ἢ τὸν ΚΓʹ) ἢ στίχους Ψαλμῶν ἢ τροπάρια ἢ ῞Υμνους, ὅπως τὸ τρισάγιον (ὑπάρχει σχετικὸς ὑπαι- νιγμὸς στὸ Χερουβικό: «τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες» ) καὶ τὶς Κυριακὲς τὸ «᾿Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...». 
β. ᾿Απὸ τὸν ΙΒʹ αἰῶνα καὶ ἑξῆς ἐπεκράτησε νὰ διακόπτεται τὸ Χερουβικὸ καὶ νὰ εὔχωνται οἱ εἰσοδεύοντες μεγαλοφώνως ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ, λέγοντες τὴν εὐχή: «Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». 
γ. ῾Η εὐχὴ αὐτὴ ἐλέγετο ἢ κατὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ Βῆμα ἢ στὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἢ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λιτανευτικῆς μεταφορᾶς τῶν Δώρων, πρᾶξις ἡ ὁποία καὶ τελικῶς ἐπεκράτησε καὶ ἐφαρμόζεται σήμερα.

5. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραφὴ «ὑμῶν» (μὲ ὕψιλον) εἶναι προφανῶς ὀρθοτέρα, διότι ἡ εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» ἀπευθύνεται ἀπὸ τοὺς εἰσοδεύοντας Κληρικοὺς «πρὸς τὸν λαὸν» καὶ γίνεται «ὑπὲρ πάντων», δηλαδὴ τῶν συμπαρόντων καὶ συνευχομένων στὴν Θεία Λειτουργία. 
• Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ ὁ ῞Αγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης: 
ὁ Διάκονος καὶ οἱ ῾Ιερεῖς, «περιδραμόντες τὸν Ναὸν καὶ ἐπευξάμενοι τῷ Λαῷ, εἰσέρχονται εἰς τὸ Θυσιαστήριον, τοῦ ᾿Αρχιερέως πάντες ὑπερευχόμενοι, ὅτε καὶ οὐχ ἑτέρας εὐχῆς, ἀλλὰ τῆς Βασιλείας μέμνηνται τοῦ Θεοῦ» (PG τ. 155, στλ. 728BC). 

6. Κατὰ τὴ διέλευσι τοῦ Ναοῦ, ὁ Διάκονος καὶ ὁ ῾Ιερεὺς καὶ οἱ δύο διαδοχικῶς καὶ ἐπανειλημμένως ηὔχοντο «πρὸς τὸν λαὸν» μὲ μικρὲς παραλλαγὲς κάθε φορά, ὡς ἑξῆς: 
— «Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς...». 
— «Μνησθείη ὑμῶν Κύριος ὁ Θεὸς...». 
— «Μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς πάντων ὑμῶν...». 
— «Μνησθείη πάντων ὑμῶν Κύριος ὁ Θεὸς...». 

7. ᾿Εξειδίκευσις τῆς γενικῆς αὐτῆς εὐχῆς ἐγίνετο, ὅταν παρίστατο ὁ ῾Ηγούμενος στὶς Μονὲς («Τῆς ῾Ιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς...» ) ἢ καὶ ἄλλοι ῾Ιερεῖς («Τῆς ῾Ιερωσύνης ὑμῶν μνησθείη...» ), ἰδιαιτέρως δὲ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἀρχιερατικῆς λειτουργίας («Τῆς ᾿Αρχιερωσύνης σου...» ). 

8. Βάσει τῶν ἀνωτέρω προτείνονται οἱ ἑξῆς βελτιώσεις τῆς συγ- χρόνου τάξεως: 
α. Νὰ μὴ λέγεται μόνον μία φορὰ τὸ «Πάντων ὑμῶν...» ὑπὸ τοῦ Διακόνου μὲ τὸν γνωστὸ μακρόσυρτο τρόπον, ὅταν μάλιστα δια- τρέχωνται μεγάλοι Ναοί. 
β. Νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» διαδοχικῶς στὶς ποικίλες της μορφὲς (βλ. § 6). 
γ. ῾Η διαδοχικὴ ἐπανάληψις ὅλων τῶν μορφῶν τῆς εὐχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀκόμη καὶ ὅταν εἰσοδεύη μόνον ὁ Διάκονος ἢ καὶ ἕνας ῾Ιερεὺς οὕτως, ὥστε νὰ ἀποφεύγεται τὸ ἀκαλλὲς μακρόσυρτον τῆς ἀπαγγελίας καὶ νὰ διασώζεται τὸ ἱεροπρεπές. 
δ. ῾Ο τρόπος αὐτὸς τῆς ἀπαγγελίας τῆς εὐχῆς «πρὸς τὸν λαὸν» ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἀρχαιοτέρα παράδοσι (διασωζωμένην σήμερα στὸ ῞Αγιον ῎Ορος), τὸ ἱεροπρεπέστερον καὶ τὸ αἰσθητικῶς καλλίτερον. 
ε. Νὰ ἀποφεύγεται αὐστηρῶς ἡ αὐθαίρετος διεύρυνσις τῆς ἀρχαιοπαραδότου, συντόμου, λιτῆς και ἱεροπρεποῦς εὐχῆς: 
«Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», διὰ τῆς ἐρασιτεχνικῆς καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν προσθήκης ἄλλων φράσεων, ὅπως λ.χ. «...καὶ πάντων τῶν εὐσεβῶν καὶ ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν...» κ.ἄ., διότι τοιουτοτρόπως παραποιεῖται τὸ ἀρχικὸ νόημα τῆς εὐχῆς, ἀφορώσης μόνον τὸν συμπαρόντα καὶ συνευχόμενο καὶ συμπροσφέροντα Λαόν. 
ϛ. ῾Η εὐκρινὴς ἀναγραφὴ τῶν διαφόρων παραλλαγῶν τῆς εὐχῆς «Πάντων ὑμῶν...» σὲ ἀριθμημένα χαρτονίδια, ὥστε νὰ φέρουν αὐτὰ κατὰ τάξιν καὶ ἀναγινώσκουν οἱ εἰσοδεύοντες Κληρικοί, μέχρι τῆς ἀσφαλοῦς ἀπομνημονεύσεώς των, θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον. 
ζ. ῞Οταν παρίστανται ἄλλοι Κληρικοὶ στὴν Θεία Λειτουργία ἁπλῶς συμπροσευχόμενοι, οἱ εἰσοδεύοντες Διάκονοι καὶ ῾Ιερεῖς ὁπωσδήποτε νὰ τοὺς ἀπευθύνουν χαμηλοφώνως τὴν εὐχὴ «Τῆς ῾Ιερωσύνης σου...» ἢ «Τῆς (῾Ιερο)διακονίας σου...», ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα καὶ τιμητικῆς φιλοφρονήσεως καὶ στὴν ὁποία θὰ ἀπαντήση ὁμοίως ὁ τιμώμενος. 

9. Παραπέμπουμε στὰ ἑξῆς ἐνδεικτικὰ κείμενα: 
α) ᾿Ιωάννου Μ. Φουντούλη, ᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ᾿Απορίας, τ. Γʹ (201-300), σελ. 101-102, § 237, Θεσσαλονίκη 1976. [Βλ. σχετικὲς ἀναφορές: αὐτόθι, σελ. 205, §§ 290-292· τ. Βʹ (101-200), σελ. 137, § 170, Θεσσαλονίκη 1975, ἔκδοσις βʹ].
 
β) ᾿Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Βυζαντιναὶ Θεῖαι Λειτουργίαι Βασι- λείου τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Κείμενα Λειτουργικῆς 12, σελ. 32, Θεσσαλονίκη 1976. 

γ) Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν ᾿Αθήναις Κώδικας, ᾿Αθῆναι 1935, σελ. 81-82. δ) ῾Ιεροδιακονικόν, ἐκδόσεις «Πανσέληνος», Καρυαὶ-῞Αγιον ῎Ορος 1989, σελ. 52. ε) ῾Ιερατικὸν (Βʹ), ἔκδοσις ῾Ιερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, ῞Αγιον ῎Ορος 1992, σελ. 115.