Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

«Δόξα σοι ο Θεός» - «Δόξα τω Θεώ»


Γέροντα, τι σημαίνει το «δόξα σοι ο Θεός»;

- «Δόξα σοι ο Θεός» θα πη «να γίνη γνωστός ο Θεός στους ανθρώπους». Βλέπεις και εκείνο που είπε ο Χριστός: «Εγώ σε εδόξασα επί της γης …και νυν δόξασόν με σύ, Πάτερ», μερικοί το παρεξηγούν και λένε: «Εγώ Πατέρα, Σε έκανα γνωστό επί της γης, κάνε με γνωστό κι Εσύ, για να πιστέψουν οι άνθρωποι».

- Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;

- Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί ζω.
Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό. 
Δόξα σοι Θεός, ακόμη και αν με βάλη στην κόλαση και πάρη έναν κολασμένο στον Παράδεισο. Και εάν θέλη να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται, ας πάρη πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψη η στενοχώρια Του για μένα».

Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπη ποτέ από τα χείλη σας. 
Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. 
Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». 
Έλεγε ο Παπα- Τύχων : «Το “ Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό».

Ήθελε να πη ότι ο άνθρωπος ζητάει το έλεος του Θεού από ανάγκη ,ενώ δοξολογεί τον Θεό από φιλότιμο, και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Συνιστούσε μάλιστα να λέμε το «δόξα σοι ο Θεός», όχι μόνον όταν είμαστε καλά , αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες , γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.

- Γέροντα, μερικές φορές , όταν λέω «δόξα τω Θεώ», νιώθω μέσα μου ένα φτερούγισμα. Τι είναι αυτό;

- Αγαλλίαση πνευματική είναι. Τώρα, επειδή μου έδωσες χαρά που λες «δόξα τω Θεώ», από την χαρά μου θα αρχίσω να γράφω «δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ», και θα γεμίσω μία κόλλα χαρτί με το «δόξα τω Θεώ». Ο Θεός να σε αξιώση στην άλλη ζωή να είσαι μαζί με τους Αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια τον Θεό. Αμήν.

π. Παίσιος
------------------
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ
Δοξολογία Θεού

Λέει ο Γέροντας στον υποτακτικό: «Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν Σοι, αγαθέ, και των αγγέλων τον ύμνον βοώμεν Σοι, δυνατέ· άγιος, άγιος» κτλ. «Κουά, κουά, κουά, κουά» τα βατράχια, κοάζουν, πώς λέγεται, ξεχάσαμε και τα ελληνικά τώρα.

-Βρε παιδί μου, λέει, πήγαινε στα βατράχια και πές τα: Α, να σας πω, ο Γέροντας λέει, σταματήστε τώρα γιατί θέλουμε να διαβάσουμε εμείς την ακολουθία.

-Νά 'ναι ευλογημένο, Γέροντα.

Αυτός ήταν υποτακτικός! Βλέπεις; Δεν είπε, «ε, Γέροντα, τα βατράχια θα πάω να πω εγώ;» Όχι υπακοή.

-Ακούστε εδώ, βατράχια, είπε ο Γέροντας να σταματήσετε τώρα, γιατί θέλουμε να διαβάσουμε εμείς την ακολουθία.

Μίλησε το βατράχι εκεί! Λέει:

-Πες του Γέροντα, τώρα τελειώνουμε κι εμείς την δοξολογία του Θεού και θα πάμε κι εμείς να ξεκουραστούμε.

Και τα βατράχια υμνολογούν το Θεό! Όλη η φύση, να πούμε, υμνολογεί, δοξολογεί τον Θεό, και κατά την καθαρότητά μας ακούμε κι εμείς αυτήν τη μυστική δοξολογία, τη μυστική, την άφωνο υμνολογία που κάνουνε και οι πέτρες ακόμη. Αυτό πώς το λένε, κάτι στίχους που έχει η μεγάλη δοξολογία, δεν ξέρω πώς τα λένε, γιατί εγώ έχω χρόνια να πάω πάνω στην ακολουθία.

Μοναχοί: Πυρ, χάλαζα, χιών, πνεύμα καταιγίδος...

Γεροντας: Πυρ, χάλαζα, πυρ καταιγίδος κτλ., όλα, τότε αρχίζει η μεγάλη δοξολογία. Βλέπετε; Και τα όρη και τα βουνά και τα δέντρα και η θάλασσα και τα ψάρια, όλα υμνολογούν τον Θεό. 
Αλλά εμείς, επειδή έχουμε αμαυρώσει, δηλαδή, το νοερόν της ψυχής μας, γι' αυτό λίγο το καταλαμβάνουμε, λίγο. 
Όσο καθαρίζεσαι μέσα σου, τόσο και περισσότερο λαμβάνεις έναν φωτισμό, λαμβάνεις μιαν αίσθηση ότι κανένα κτίσμα του Θεού δεν μένει αργό, αλλά όλα δοξολογούν τον Θεό. 
Και η μύγα και το κουνούπι, και το βόδι και το ζώο, όλα δοξολογούν τον Θεό. Όταν καθαριστείς μέσα σου, θα την δεις αυτήν τη μυστική δοξολογία του Θεού. Όσο καθαρίζεσαι μέσα σου, θα το δεις και λές: Ταλαίπωρε άνθρωπε, εσύ μόνο δεν δοξολογείς τον Θεό. 
Όλα δοξολογούν τον Θεό!


-------------
Η δοξολογία του Θεού στη ζωή μας

Αρχιμ. Παύλου Ντανά, 
ιεροκήρυκος της Ι.Μ Αιτωλίας & Ακαρνανίας

Συχνά – πυκνά στην ζωή μας απελπιζόμαστε, τα χάνουμε και νομίζουμε ότι δεν κάνουμε τίποτα.

Εν τω μεταξύ και ο τρόπος με τον οποίο ζούμε είναι υποτονικός. Ξεκινάει απ’ την διατροφή -που θέλουμε να είναι “light”, “0%,,- μέχρι και τα θεάματα, τα ακούσματα, την διασκέδαση, την ενδυμασία, την φιλία, τον τρόπο συμπεριφοράς μας. Επικρατεί γενικά μία κουφότητα και ελαφρότητα.

Αλλά και στην πνευματική μας ζωή, μας καταλαμβάνει μία χαλαρότητα και ραθυμία. Δεν θέλουμε να κουραστούμε, να κακοπαθήσουμε, να κάνουμε τις λίγες μετάνοιες, να επιμείνουμε στην προσευχή, να εμβαθύνουμε στο λόγο του Θεού, να πάμε νωρίς το πρωί στην εκκλησία, να συμπάσχουμε στον πόνο του άλλου, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε ένα συναισθηματικό κενό. Κι όταν μας έρχονται πειρασμοί, τα χάνουμε και ολιγοπιστούμε. Μας διακατέχει μία προχειρότητα.
Ένας νέος ομολόγησε: «Δεν αισθάνομαι τίποτα. Έχω μία απέραντη θλίψη. Δεν με ικανοποιεί τίποτα. Με ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός μου και πως θα τον τελειοποιήσω εξωτερικά».
Γιατί άραγε αισθανόμαστε έτσι;
Ο βασικότερος λόγος είναι γιατί έχουμε επηρεασθεί από:
α) Το μηδενιστικό πνεύμα, που αρνείται όλες τις παραδεδεγμένες αξίες.
β) Τον σκεπτικισμό, που θέτει σε αμφισβήτηση την αυθεντικότητα και την ισχύ των
γενικώς παραδεκτών αληθειών, και
γ) Τον ορθολογισμό, δηλαδή την θεοποίηση της λογικής.

 Πως θα αντιμετωπίσουμε την όλη νοοτροπία της εποχής μας;
1) Να μην λησμονούμε ότι ο Θεός είναι «Αγάπη». 
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός λέει:
«Πολλά ονόματα έχει ο Θεός, αδερφοί μου. Το κύριο όνομα του Θεού μας είναι η αγάπη. Αγία Τριάς είναι, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ένας Θεός. Πρέπει πρώτον να αγαπώμεν τον Θεό, αδερφοί μου, διατί μας έδωσε τόσο μεγάλην γη και κατοικούμεν τόσες χιλιάδες άνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, ψάρια, αέρα, νύκτα και ημέραν, ουρανόν, άστρα, ήλιον, φεγγάριον. Μας έκανε ανθρώπους και όχι ζώα˙ μας έκαμεν ευσεβείς χριστιανούς και όχι αιρετικούς».
2) «Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εξηγεί γιατί ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς:
α) Στους αγωνιστές, για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο.
β) Στους αμελείς, για να προφυλαχθούν απ’ τις πτώσεις τους.
γ) Στους κοιμωμένους, για να ξυπνήσουν.
δ) Στους μακράν του Θεού, για να πλησιάσουν τον Θεό, και
ε) Στους φίλους Του, για να έχουν παρρησία στο Θεό.
Έτσι, ο Θεός, με πικρά φάρμακα δίνει την υγεία της ψυχής στους Χριστιανούς».
Είναι αναπόφευκτοι οι πειρασμοί στην ζωή μας. Μέχρι να μας σκεπάσει η πλάκα του τάφου θα έχουμε πειρασμούς και δοκιμασίες. Μακάριος είναι εκείνος που υπομένει τους πειρασμούς. Εάν δεν είχαμε πειρασμούς, εύκολα θα ξεχνούσαμε το Θεό, θα πέφταμε στην υπερηφάνεια, θα γινόμασταν σκληροί στους άλλους.
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι είναι αναγκαίες οι θλίψεις στη ζωή μας, γιατί αποτελούν την καλύτερη γέφυρα που μας οδηγεί στον Παράδεισο.
3) Ο Ιερός Χρυσόστομος μας παρακινεί:
«Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να ευχαριστούμε για όλα τον Θεό και να υπομένουμε με γενναιότητα όλα όσα δυσάρεστα μας συμβαίνουν. Όταν, λοιπόν, είμαστε φτωχοί, όταν είμαστε άρρωστοι, ας Τον ευχαριστούμε˙ όταν συκοφαντούμαστε, ας Τον ευχαριστούμε˙ όταν μας κακομεταχειρίζονται, αυτό μας πλησιάζει κοντά στο Θεό˙ τότε και τον Θεό Τον έχουμε οφειλέτη˙ εφόσον είμαστε αδικημένοι, οφείλει Εκείνος να αναλάβει την υπεράσπισή μας.
Η ανάμνηση των ευεργεσιών του Θεού θα είναι αρκετή, για να μη μας αφήσει ποτέ να πέσουμε σε πνευματική αδιαφορία και απελπισία».
4) Ο Άγιος Παίσιος έλεγε:
«Το ‘’Δόξα σοι ο Θεός’’ να μη λείπει ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το ‘’Δόξα σοι ο Θεός’’ έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το ‘’Δόξα σοι ο Θεός’’ είναι ανώτερο και από το ‘’Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με’’».
Έλεγε ο Παπα-Τύχων: «Το “Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “Δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό».
«Ο Παπα-Τύχων είχε φθάσει στον χώρο της δοξολογίας, και αντί για την ευχή είχε την δοξολογία. Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το ‘’Δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός’’, και όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν γι’ αυτόν Διακαινήσιμες, αφού ζούσε πάντα την πασχαλινή χαρά».
5) Στο περιοδικό «Τα Κρίνα» (τεύχος 348, Ιανουάριος 2016), γράφει τα εξής:
Αν σηκώθηκες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία παρά αρρώστια, είσαι πιο προνομιούχος από περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που δεν θα επιζήσουν μέχρι την Κυριακή. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
*  Αν δεν έχεις ζήσει ποτέ τον κίνδυνο της μάχης, τη μοναξιά της φυλάκισης, την αγωνία των βασανιστηρίων η την πείνα, είσαι σε καλύτερη μοίρα από 500 εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
* Αν μπορείς και πηγαίνεις στην εκκλησία, δίχως τον φόβο της τιμωρίας, της σύλληψης, των βασανιστηρίων ή του θανάτου, είσαι πιο προνομιούχος από 3 δισεκατομμύρια ανθρώπους στη γη. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
* Αν έχεις φαγητό, αν φοράς ρούχα, αν είσαι κάτω από μία στέγη κι έχεις ένα κρεβάτι για να κοιμηθείς, είσαι πιο πλούσιος από το 75% των κατοίκων της γης. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…».
* Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, μέσα στο πορτοφόλι σου, και μπορείς να δώσεις έστω και ψιλά σε κάποιον, είσαι ανάμεσα στο 8% των πιο πλούσιων ανθρώπων της γης. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
* Αν οι γονείς σου ζούν και είναι ακόμα παντρεμένοι, είσαι πολύ σπάνιος. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
* Αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου, να τον αγκαλιάσεις αλλά ακόμη και να τον αγγίξεις στον ώμο, είσαι ευλογημένος, επειδή μπορείς να γιατρέψεις. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
* Αν διαβάζεις αυτές τις λέξεις, ήδη έχεις άλλη μια ευλογία επειδή 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο δεν μπορούν να διαβάσουν. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
*  Αν σηκώνεις το κεφάλι σου με χαμόγελο και είσαι πραγματικά ευγνώμων στο Θεό, είσαι και πάλι ευλογημένος, επειδή η πλειονότητα των ανθρώπων, ενώ μπορεί άνετα να το κάνει, δεν το επιθυμεί. Γι’ αυτό πες, «Δόξα σοι ο Θεός…» .
*  Αν καθημερινά σηκώνεις το Σταυρό σου, εκείνον που με αγάπη σού έδωσε ο Θεός για να σε φέρει πιο πολύ κοντά Του, πες μεγαλόφωνα: «ΔΟΞΑ ΣΟΙ Ο ΘΕΟΣ !»
π. Παύλος Ντανάς

ΠΗΓΗ
-----------------
Το αντίδοτο της λύπης είναι η δοξολογία στον Θεό

- Όταν , Γέροντα, βλέπω μέσα μου υπολείμματα από εάν πάθος στενοχωριέμαι.
- Πες: «Δόξα σοι ο Θεός, που έφυγαν τα πολλά!». Αν ήμουν εγώ στη θέση σου ,θα έβλεπα τις ολοφάνερες μεγάλες δωρεές του Θεού και «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» θα έλεγα το «δόξα σοι ο Θεός».

Αν θέλης να ζης ζωή παραδεισένια από αυτήν την ζωή, δες κι εσύ τις ευεργεσίες και τις πλούσιες δωρεές που σου δίνει ο Θεός και άρχισε το «δόξα σοι ο Θεός». Να δοξάζετε τον Θεό,γιατί σας βοήθησε και προοδεύσατε έστω και λίγο, είτε επειδή εσείς κοπιάσατε, είτε επειδή σας βοήθησαν οι άλλοι. Όταν ο άνθρωπος λέη «δόξα σοι ο Θεός», βοηθάει ο Θεός ,γιατί η ευγνωμοσύνη με το ταπεινό φρόνημα και με τον φιλότιμο αγώνα τραβάει συνέχεια ουράνιες δυνάμεις και ευλογίες θεϊκές.

- Και όταν, Γέροντα, ξέρω ότι θα ξαναπέσω;
- Δεν ξέρεις από φοβία σκέφτεσαι έτσι. Μην έχετε φοβία μήπως ξανακάνετε το ίδιο σφάλμα, γιατί έτσι κλονίζεται η πίστη σας στον Θεό. Μη τα σκαλίζετε τόσο πολύ. Όταν σας λέη ο λογισμός ότι δεν πρόκειται να διορθωθήτε και διαλύεσθε από την λύπη, χρειάζεται να δώσετε ένα ψεύτικο κουράγιο στον εαυτό σας. «Δόξα σοι ο θεός, να πήτε, σήμερα είμαι καλύτερα από χθες. Δόξα σοι ο Θεός χίλιες φορές ...;».
Αν και φαίνεται ψεύτικο αυτό το κουράγιο, μέσα του όμως κρύβει μια μεγάλη δύναμη, την ελπίδα στον Θεό. Η ελπίδα στον Θεό είναι ο μοχλός που αναποδογυρίζει την απελπισία, ελευθερώνει την ψυχή από την λύπη και το άγχος και τονώνει σιγά-σιγά τις πνευματικές δυνάμεις με την θεία ζωντάνια που δίνει.
γέροντας Παϊσιος

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται»

Ἡ εἰρήνη, πού ἔχουν οἱ εἰρηνοποιοί τούς ὁποίους μακαρίζει ὁ Χριστός, δέν εἶναι μιά κοινωνική, κοσμική εἰρήνη, ἀλλά ἡ εἰρήνη πού εἶναι ἀποτέλεσμα καί καρπός τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς καί τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό. Γιατί τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται εἰρηνοποιός, γεύεται τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ «τήν ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. δ΄, 7), ἡ ὁποία φρουρεῖ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Εἰρηνοποιοί δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού εἰρηνεύουν οἱ ἴδιοι μέ ὅλους τούς ἄλλους, ἀλλά καί αὐτοί πού καταλλάσσουν τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι στασιάζουν μεταξύ τους. Ὅποιος γεύθηκε μέσα του τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, αὐτός γίνεται μέ κάθε τρόπο εἰρηνοποιός.
Ἡ εἰρήνη ἑρμηνεύεται μέσα ἀπό τόν ἁγιογραφικό λόγο καταλλαγή, πού σημαίνει συμφιλίωση. Καί αὐτό εἶναι τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, τήν διδασκαλία Του, κυρίως τόν Σταυρό, τόν θάνατο, τήν Ἀνάστασή Του κατήλλαξε, δηλαδή συμφιλίωσε τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό.
Δέν γίνεται λόγος στήν Ἁγία Γραφή γιά καταλλαγή τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, γιατί ὁ Θεός δέν μισεῖ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά γιά καταλλαγή τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. 
Ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, σκοτίσθηκε τό κατ’ εἰκόνα, τό νοερό τῆς ψυχῆς του∙ εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι λάτρευε τά εἴδωλα, διαστράφηκαν ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς του, ἀγρίεψε ὁ ἴδιος ἀπό τά πάθη. Καί ὁ Χριστός τόν ἀγάπησε, τόν προσέλαβε, τόν προσήγαγε στόν Πατέρα Του καί τόν συμφιλίωσε μαζί Του.
Ἔχοντες τίς δύο αὐτές μορφές εἰρήνης, ἤτοι τήν ἐσωτερική εἰρήνη καί τήν σχέση μας μέ τόν Θεό, γινόμαστε ἀληθινά εἰρηνοποιοί στόν οἰκογενειακό καί κοινωνικό χῶρο.
Ἡ εἰρήνη, κατ’ ἀρχάς, βιώνεται μέσα στόν ἄνθρωπο∙ εἶναι ἡ εἰρήνευση τοῦ θελήματος τῆς σαρκός μέ τό θέλημα τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ὑποταγή τοῦ σώματος στήν ψυχή. 
Πολλοί Πατέρες χρησιμοποιοῦν τήν εἰκόνα τοῦ ἀλόγου ζώου μέ τόν ἀναβάτη γιά νά δείξουν τήν σχέση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Τό σῶμα μέ τά πάθη, πού εἰσέρρευσαν μετά τήν προπατορική ἁμαρτία, ὁμοιάζει μέ τό ἄλογο ζῶο. Ἄλλωστε γι’ αὐτό γίνεται λόγος γιά δερμάτινους χιτῶνες πού ἐνδύθηκε ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση του, εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. 
Ἡ ψυχή πρέπει νά διευθύνη τό σῶμα μέ τίς δυνάμεις του καί νά ὁδηγοῦνται καί τά δύο πρός τόν Θεό. Ὅταν γίνη ἀντιστροφή μεταξύ τους, ὅταν τό σῶμα διευθύνη τήν ψυχή, τότε ὑπάρχει ἐμφύλιος πόλεμος μέσα στόν ἄνθρωπο, γιατί αὐτή ἡ κατάσταση δέν εἶναι φυσική. 
Ἡ ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων ψυχῆς καί σώματος λέγεται εἰρήνευση.

Ἔπειτα, ἡ εἰρήνη ὡς καταλλαγή-συμφιλίωση πρέπει νά βιωθῆ ὡς εἰρήνευση μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι ἡ εἰρήνη μας (Ἐφεσ. β΄, 14). Αὐτός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο καί ἐμεῖς πρέπει νά συνδεόμαστε μαζί Του γιά νά ἀποκτήσουμε τήν πραγματική εἰρήνη.
Ἔχοντες τίς δύο αὐτές μορφές εἰρήνης, ἤτοι τήν ἐσωτερική εἰρήνη καί τήν σχέση μας μέ τόν Θεό, γινόμαστε ἀληθινά εἰρηνοποιοί στόν οἰκογενειακό καί κοινωνικό χῶρο. 
Γιατί, ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν γευθῆ τί εἶναι εἰρήνη μέσα στήν ψυχή του καί μέ τόν Θεό, ἄν δέν βιώση τήν ἐσωτερική γαλήνη, δέν μπορεῖ νά τήν προσφέρη στούς ἄλλους. Καθένας δίνει στόν ἄλλον αὐτό πού ἔχει καί φυσικά μεταδίδει στούς ἄλλους αὐτό πού δέν ἔχει. Ὅταν κάνουμε κάποιο ἔργο μέ ταραχή καί ἀγωνία, τήν κατάσταση αὐτή τήν μεταδίδουμε καί στούς ἄλλους, ἐνῶ, ὅταν ἐργαζόμαστε εἰρηνικά, μέ προσευχή καί ἠρεμία, τότε αὐτό ἀντανακλοῦμε καί στούς ἄλλους.
Ὅσοι εἶναι εἰρηνοποιοί θά ὀνομασθοῦν παιδιά τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅπως ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἔφερε τήν εἰρήνη μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί οἱ εἰρηνοποιοί μέ τήν διδασκαλία τους ἐπιστρέφουν τούς ἀνθρώπους στόν Θεό καί τούς εἰρηνεύουν. Ὁπότε, καλοῦνται παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή κάνουν ἔργο θεϊκό, ἔργο σωτηριῶδες.
Εἶναι χαρακτηριστικό ἐδῶ ὅτι γίνεται λόγος γιά τό ὅτι οἱ εἰρηνοποιοί θά γίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτό δέν εἶναι δεδομένο μέ τήν δημιουργία μας. Κάθε ἄνθρωπος μέ τήν γέννησή του εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ τήν ἀναγέννησή του γίνεται παιδί τοῦ Θεοῦ, υἱός κατά Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στίς κοινωνίες καί στίς καρδιές μας βλέπουμε πολλές διαμάχες, πολλούς ἐμφυλίους πολέμους, πολλές ἐπαναστάσεις, ἐχθρότητες. Ὅλοι ἀγωνίζονται γιά τήν εἰρήνη, χωρίς νά ἔχουν καθαρότητα καρδιᾶς. Πρέπει νά ἀποκτήσουμε τήν εἰρήνη, νά γίνουμε εἰρηνοποιοί γιά νά εἴμαστε «υἱοί τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Δίπτυχα και Δεήσεις

Δίπτυχα

Ἱερεὺς
Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ· τῶν ἁγίων, ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τοῦ ἁγίου... οὗ καὶ τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς, ὁ Θεός. 

Καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου... καὶ ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου. 
Μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας, παντὸς τοῦ πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας καὶ παντὸς ἱερατικοῦ τάγματος. 
Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης· ὑπὲρ τῆς ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας· ὑπὲρ τῶν ἐν ἁγνείᾳ καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων· ὑπὲρ τῶν πιστοτάτων καὶ φιλοχρίστων ἡμῶν Βασιλέων, παντὸς τοῦ παλατίου καὶ τοῦ στρατοπέδου αὐτῶν. 
Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, εἰρηνικὸν τὸ βασίλειον, ἵνα καὶ ἡμεῖς, ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν, ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν, ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι.


Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν... ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῷον, ἔντιμον, ὑγιᾶ μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας.

Διάκονος
Καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει, καὶ πάντων καὶ πασῶν.
Χορὸς
Καὶ πάντων καὶ πασῶν.
Ἱερεὺς
Μνήσθητι, Κύριε, τῆς πόλεως, ἐν ᾗ παροικοῦμεν καὶ πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς. Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν καρποφορούντων ἐν ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις καὶ μεμνημένων τῶν πενήτων, καὶ ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τὰ ἐλέη σου ἐξαπόστειλον.

Καὶ δὸς ἡμῖν, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Χορὸς
Ἀμήν.
Ἱερεὺς
Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν.
Χορὸς
Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου.

Δεήσεις

Διάκονος
Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Χορὸς
Κύριε, ἐλέησον.
Διάκονος
Ὑπὲρ τῶν προσκομισθέντων καὶ ἁγιασθέντων τιμίων δώρων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Χορὸς
Κύριε, ἐλέησον.
Διάκονος
Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς, ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Χορὸς
Παράσχου, Κύριε.

Διάκονος

Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, αἰτησώμεθα.

Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

Χορὸς
Σοί, Κύριε.
✢✢✢✢✢✢✢

Ἱερεὺς
Γιὰ τὸν ἅγιο, προφήτη, πρόδρομο καὶ βαπτιστὴ Ἰωάννη, γιὰ τοὺς ἁγίους ἐνδόξους καὶ πανεύφημους Ἀποστόλους· γιὰ τὸν ἅγιο..., ποὺ σήμερα ἑορτάζομε τὴ μνήμη του, καὶ γιὰ ὅλους τοὺς Ἁγίους καὶ μὲ τὶς ἱκεσίες τους ἔλα, Θεέ μας, κοντά μας. Καὶ θυμήσου ὅλους, ὅσοι κοιμήθηκαν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς... καὶ ἀνάπαυσέ τους, Θεέ μας, ἐκεῖ ποὺ λάμπει τὸ θεϊκό σου φῶς. Θυμήσου, Κύριε, ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους ἐπισκόπους, ποὺ κηρύττουν ὀρθὰ τὸ λόγο τῆς ἀλήθειάς σου, ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς διακόνους τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλους τοὺς μοναχούς. Ἀκόμα σοῦ προσφέρομε αὐτὴν ἐδῶ τὴ λογικὴ λατρεία γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ τὴν ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία· γιὰ ὅλους, ποὺ ζοῦνε τὴ ζωή τους μὲ ἁγνότητα καὶ σεμνότητα· γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ φιλόχριστους Βασιλεῖς μας, γιὰ ὅλο τὸ παλάτι καὶ τὸ στρατό τους. Δῶσ᾿ τους, Κύριε, νὰ βασιλεύουν εἰρηνικά, γιὰ νὰ ἔχωμε κι ἐμεῖς, μέσα στὴ δική τους γαλήνη, ἤρεμη καὶ ἥσυχη τὴ ζωή μας, ὅλο εὐσέβεια καὶ σεμνότητα.

Πρῶτα νὰ θυμηθῆς, Κύριε, τὸν ἀρχιεπίσκοπό μας... καὶ νὰ τὸν χαρίσης στὶς Ἐκκλησίες σου εἰρηνικό, ἀκέραιο, ἀξιοσέβαστο, ὑγιή, πολύχρονο καὶ νὰ διδάσκη ὀρθὰ τὸ λόγο τῆς ἀλήθειάς σου.

Διάκονος
Κι ὅποιους ὁ καθένας ἔχει στὸ νοῦ του, καὶ ὅλους καὶ ὅλες.
Χορὸς
Καὶ ὅλους καὶ ὅλες.
Ἱερεὺς
Θυμήσου, Κύριε, τὴν πόλη αὐτὴν ἐδῶ ποὺ τώρα μένομε καὶ κάθε πόλη καὶ χωριὸ κι ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη (σ᾿ ἐσένα) κατοικοῦνε σ᾿ αὐτές. Θυμήσου, Κύριε, ἐκείνους ποὺ ταξιδεύουν στὴ θάλασσα καὶ στὴ στεριά, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἀνήμπορους, τοὺς αἰχμαλώτους, γιὰ νὰ σωθοῦν. Θυμήσου, Κύριε, ὅσους συνεισφέρουν στὶς ἅγιες Ἐκκλησίες σου, καὶ ὅσους θυμοῦνται τοὺς φτωχούς, καὶ σ᾿ ὅλους ἐμᾶς στεῖλε τὰ ἐλέη σου.

Καὶ δῶσε μας μ᾿ ἕνα στόμα καὶ μὲ μιὰ καρδιὰ νὰ δοξάζουμε καὶ νὰ ἀνυμνοῦμε τὸ ὁλοτίμητο καὶ μεγαλόπρεπο ὄνομά σου, τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες.

Χορὸς
Ἀμήν.
Ἱερεὺς
Κι ἂς εἶναι ὅλα τὰ καλὰ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ ὅλους σας.
Χορὸς
Καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σου.
Διάκονος
Ἀφοῦ μνημονεύσαμε ὅλους τοὺς ἁγίους, πάλι καὶ πάλι μὲ εἰρήνη, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο.
Χορὸς
Κύριε, ἐλέησον.
Διάκονος
Γιὰ τὰ τίμια δῶρα, ποὺ προσκομίσθηκαν κι ἁγιάσθηκαν, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο.
Χορὸς
Κύριε, ἐλέησον.
Διάκονος
Ἂς παρακαλέσουμε, ὁ φιλάνθρωπος Θεός μας, ποὺ δέχτηκε αὐτὰ τὰ δῶρα στὸ ἅγιο καὶ ὑπερουράνιο καὶ νοερὸ θυσιαστήριό του, σὲ ὀσμὴ πνευματικῆς εὐωδίας, νὰ μᾶς στείλη σὲ ἀνταπόδοση τὴ θεία χάρη καὶ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γιὰ νὰ μᾶς προφυλάσση ἀπὸ κάθε θλίψη, ὀργή, κίνδυνο καὶ ἀνάγκη, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο.

Βοήθησέ μας καὶ σῶσε μας, ἐλέησέ μας καὶ σὲ ὅλα διαφύλαξέ μας, Θεέ, μὲ τὴ χάρη σου.

Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅλη ἡ ἡμέρα σήμερα νὰ εἶναι ἀληθινὰ ἡμέρα τοῦ Θεοῦ, ἁγία, εἰρηνικὴ καὶ ἀναμάρτητη.

Χορὸς
Χάρισέ μας τὸ ζητούμενο Κύριε.
Διάκονος
Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο ἄγγελο εἰρήνης, νὰ μᾶς ὁδηγῇ πιστὰ καὶ νὰ μᾶς φυλάσση ψυχικὰ καὶ σωματικά.

Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ συγχωρήσῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ σφάλματά μας.

Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο ὅσα εἶναι καλὰ καὶ συμφέρουν στὶς ψυχές μας καὶ εἰρήνη στὸν κόσμο.

Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ περάσουμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας μὲ εἰρήνη καὶ μετάνοια.

Ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριο τὰ τέλη τῆς ζωῆς μας νὰ εἶναι χριστιανὰ χωρὶς πόνο, χωρὶς ντροπὴ καὶ εἰρηνικά, καὶ νὰ ἔχωμε καλὴ ἀπολογία μπροστὰ στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀφοῦ ζητήσαμε νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι σὲ μιὰ πίστη καὶ νὰ ἔχωμε μαζί μας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἂς ἀφήσουμε ὁ καθένας μας κι ὅλοι μαζὶ τὸν ἑαυτό μας κι ὅλη μας τὴ ζωὴ στὸ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Χορὸς
Σὲ σένα, Κύριε.

«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»

Ὁ μακαρισμός τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς εἶναι πολύ σημαντικός καί ἀποτελεῖ τό κέντρο ὄχι μόνον τῶν μακαρισμῶν, ἀλλά καί ὅλης τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό.
Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίση τόν Θεό, εἶναι τό κέντρο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί μάλιστα τῆς λεγομένης νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς θεολογίας, ὅπως τήν ἐξέφρασαν ἰδίως ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ Πατέρες τῆς Φιλοκαλίας, οἱ λεγόμενοι Φιλοκαλικοί Πατέρες.

Κατ’ ἀρχάς, αὐτός ὁ μακαρισμός ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν κλέπτουν οὔτε ἁρπάζουν τήν περιουσία τῶν ἄλλων, ἴσως μάλιστα ἐλεοῦν, ἐφαρμόζοντας τόν προηγούμενο μακαρισμό: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες», ἀλλά εἶναι ἀκάθαρτοι στήν καρδιά καί διαπράττουν διάφορες σαρκικές ἁμαρτίες. Ἔτσι τό σπουδαιότερο ἀπό ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη καθαρή καρδιά.

Πολύ συχνά στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Δέν νοεῖται ἡ σωματική καρδιά, ἀλλά ἡ λεγομένη «βαθεῖα καρδία», ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. 63΄, 7). 
Μάλιστα δέ πολλές φορές στούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὅτι "ἐθερμάνθη", "ἐξηρεύξατο", "ηὐφράνθη" κλπ.

Μελετώντας τά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συζητώντας τό θέμα αὐτό μέ ἐμπειρικούς μοναχούς, διαπίστωσα ὅτι αὐτό πού λέγεται καρδιά ἴσως εἶναι τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς καί αὐτή 
ἡ πνευματική καρδιά εἶναι στό βάθος τῆς σωματικῆς καρδιᾶς. 
Οἱ Πατέρες, ἀκολουθώντας στό σημεῖο αὐτό τήν φιλοσοφική διαίρεση τῆς ψυχῆς, κάνουν λόγο γιά τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς. Τό λογιστικό, πού συνίσταται στούς λογισμούς, ἐνεργεῖ στόν ἐγκέφαλο, καί τό ἐπιθυμητικό καί θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς ἐκδηλώνεται στό σωματικό ὄργανο τῆς καρδιᾶς. 
Ὅταν ἀγαπᾶ κανείς ἤ ὀργίζεται, τότε αὐτό εἶναι ἔκδηλο στό σωματικό ὄργανο τῆς καρδιᾶς, ἀφοῦ ἐπιταχύνεται ὁ ρυθμός της, ἀνεβαίνει ἡ πίεση καί προκαλοῦνται καί πολλές ἄλλες ἐκδηλώσεις. Ἔτσι, ὅταν οἱ νηπτικοί Πατέρες κάνουν λόγο γιά κάθαρση τῆς καρδιᾶς, κατά βάση ἐννοοῦν τήν μεταστροφή τῆς ἀγάπης καί τοῦ θυμοῦ ἀπό τά κτίσματα στόν Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος, συνήθως, ἀγαπᾶ ἐμπαθῶς τήν κτίση καί τούς ἀνθρώπους, πράγμα πού συνιστᾶ τήν ἀκαθαρσία τῆς καρδιᾶς, γιατί τότε ὁλόκληρη ἡ καρδιά διακρίνεται ἀπό ἐμπάθεια. 
Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, πού ἀγωνίζεται νά ζῆ κατά Θεόν, νά ἐφαρμόζη τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀποκτᾶ τόν θεῖο ἔρωτα καί, βεβαίως, ἀγαπᾶ καί ὅσα ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Αὐτό σημαίνει κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη. 
Ἀπό τήν πνευματική ἰατρική τῶν Πατέρων γνωρίζουμε ὅτι τά πάθη δέν εἶναι μερικές κακές δυνάμεις τῆς ψυχῆς πού πρέπει νά ξεριζωθοῦν, ἀλλά οἱ φυσικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς πού ἔχουν διαστραφῆ καί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν δική μας προσπάθεια πρέπει νά μεταμορφωθοῦν καί νά στραφοῦν πρός τόν Θεό.
Ἔτσι, ἄλλο εἶναι ἡ λογική καί ἄλλο εἶναι ἡ καρδιά. 
Ἡ λογική ἐπεξεργάζεται τίς σκέψεις πού λέγονται λογισμοί, γιατί πρέπει νά παραμένουν ἐκεῖ καί βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά κινῆται, νά σκέπτεται, νά ἐργάζεται, νά συμπεριφέρεται ἀνάλογα, ἐνῶ ἡ καρδιά ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀλλά καί τήν κτίση μέσα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στήν λογική ἀναπτύσσεται ἡ ἐπιστήμη, ἡ φιλοσοφία, καί στήν καρδιά βιώνεται ὁ Θεός. 
Γι’ αὐτό λέμε ὅτι οἱ καρποί τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἀνακαλύψεις τῆς λογικῆς καί ἡ ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν καθαρή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή στήν καρδιά πού ἔχει ἀπαλλαγῆ ἀπό λογισμούς καί ἐμπαθεῖς πράξεις καί προσφέρεται ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
Κάνει, ἐπίσης, ἐντύπωση ὅτι ὁ Χριστός στόν μακαρισμό αὐτό δέν κάνει λόγο ὅτι ἡ καθαρή καρδιά θά γνωρίση τόν Θεό, ἀλλά θά δῆ τόν Θεό. 
Στήν καρδιά, κατά τούς νηπτικούς Πατέρες, ὑπάρχει ἕνας πνευματικός ὀφθαλμός, πού βλέπει τόν Θεό, εἶναι ἕνας πνευματικός καθρέπτης στόν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ ἀληθινός Θεός ὡς Φῶς, εἶναι ὁ νοῦς, πού εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. 
Πάντοτε, ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, Τόν βλέπουν ὡς Φῶς. Αὐτό ἔγινε στό ὄρος Θαβώρ, αὐτό ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ ἀρχιδιακόνου καί πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Αὐτό τό Φῶς προχεόταν ἀπό τόν Χριστό, ὅταν ἐμφανίσθηκε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, αὐτό τό Φῶς ἔβλεπε ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί πολλοί ἅγιοι.
Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς προσφέρει τήν πνευματική γνώση καί αὐτή ἡ γνώση εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Γι’ αὐτό, ἄλλο εἶναι ἡ ἀκαδημαϊκή-λογική θεολογία καί ἄλλο εἶναι ἡ χαρισματική-ἐμπειρική θεολογία, πού συνδέεται μέ τήν πνευματική καρδιά.
Θά πρέπει συνεχῶς νά παρακαλοῦμε τόν Θεό, ὅπως ἔγραψε ὁ Δαυίδ στόν πεντηκοστό ψαλμό: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. ν΄, 12).

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται»

Ὅπως ἔχουμε πεῖ ἐπανειλημμένως, στήν ἀνάλυση τῶν μακαρισμῶν ὑπάρχει μιά ἀλληλουχία καί ἀλληλοδιαδοχή μεταξύ τους. Ἔτσι, ὅποιος εἶναι ταπεινός, ὅποιος μετανοεῖ καί ἔχει πραότητα, ὅποιος πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη, αὐτός εἶναι καί ἐλεήμων. 
Πρόκειται γιά μιά διαρκῆ ἐξέλιξη πρός τήν ἀρετή, μιά διαρκῆ πορεία πρός τήν κατά Θεό ζωή, μιά συνεχῆ ἀνάβαση στό ὄρος Σινᾶ καί τό ὄρος Θαβώρ.

Ἔτσι, ἡ ἐλεημοσύνη συνδέεται στενά μέ τήν δικαιοσύνη, καί ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἐλεημοσύνη. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη μεγάλο ζῆλο γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά αὐτό μπορεῖ νά γίνεται χωρίς τό ἔλεος, χωρίς τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία. 
Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται πολύ στενά ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἀγάπη καί μερικές φορές ταυτίζονται μεταξύ τους. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε γιά νά ἀποκατασταθῆ ἡ ἀδικία μέ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτή ἡ ἀποκατάσταση ἔγινε μέ τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Ἄν διαβάσουμε προσεκτικά τά γεγονότα τά σχετικά μέ τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, τότε θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ διάβολος χρησιμοποίησε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ἀλλά καί τήν παρερμήνευσε παρουσιάζοντας τόν Θεό ὡς ἄδικο. Ἔτσι, ὁ διάβολος διέπραξε τήν μεγάλη ἀδικία νά αἰχμαλωτίση τόν ἄνθρωπο πού ἀνῆκε στόν Θεό, ἀφοῦ ὁ Θεός τόν δημιούργησε, καί ἀπέκτησε κάτι πού αὐτός δέν δημιούργησε καί δέν τοῦ ἀνῆκε. Αὐτό ἦταν ἀδικία. 
Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀποκατέστησε αὐτήν τήν ἀδικία μέ ἀγάπη, φιλανθρωπία, ἀλλά καί δικαιοσύνη. Προσέλαβε ἑκουσίως θνητό καί παθητό σῶμα, μέσα στό ὁποῖο τοποθετήθηκε τό ἄγγιστρο τῆς θεότητος καί ἔτσι παραπλάνησε τόν διάβολο, ἀποκατέστησε τήν ἀδικία, ἐλευθέρωσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν δυναστεία τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό ἔγινε μέ ἀγάπη καί δικαιοσύνη.
Ὅποιος εἶναι ἐλεήμων θά δεχθῆ τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχύει ὁ πνευματικός νόμος, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἐπιστρέφεται στόν ἄνθρωπο ὅ,τι κάνει στούς ἄλλους, ἀλλά συγχρόνως θά ἐλεηθῆ περισσότερο ἀπό τόν Θεό.
Δέν φθάνει, λοιπόν, νά εἴμαστε μόνον δίκαιοι, ἀλλά πρέπει νά εἴμαστε καί ἐλεήμονες, νά ἔχουμε ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Οὔτε φθάνει νά ἔχουμε ἀγάπη καί φιλανθρωπία, ἄν δέν εἴμαστε δίκαιοι. Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται πολύ στενά ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἐλεημοσύνη, τήν φιλανθρωπία.
Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, τήν ὁποία ἐπαινεῖ καί μακαρίζει ὁ Χριστός εἶναι ποικιλότροπη, δέν εἶναι μόνον ἡ προσφορά μερικῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τροφίμων. Κυρίως, πρέπει νά τονισθοῦν τρεῖς τρόποι μέ τούς ὁποίους ἐκφράζεται ἡ ἐλεημοσύνη.
Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νά γίνεται ἡ ἐλεημοσύνη μέ χρήματα καί γενικά μέ ὑλικά ἀγαθά. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού στεροῦνται πολλά ὑλικά ἀγαθά, καί μάλιστα τά ἀπαραίτητα, σέ μιά ἐποχή πού εἶναι αὐξημένη ἡ ἀνεργία καί ὀλιγοστεύουν τά εἰσοδήματα τῶν ἀνθρώπων. Σέ τέτοιες καταστάσεις πρέπει νά ἐντοπίζωνται οἱ ἀνάγκες καί νά βοηθοῦμε στόν βαθμό πού μποροῦμε.

Ὁ δεύτερος τρόπος γιά νά γίνεται ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ προσφορά λόγου ἀγαθοῦ στούς ἀνθρώπους. Πολλοί ἀνθρωποι δέν στεροῦνται ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλά στεροῦνται ἀγάπης, στεροῦνται ἑνός ἀγαθοῦ λόγου. Σήμερα ἡ κακία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων περισσεύει, οἱ ἄνθρωποι ἀκοῦν σκληρούς λόγους, ἡ ψυχή τους πληγώνεται βαθύτατα καί χρειάζονται ἕναν λόγο πού τίς ἐπουλώνει. Πολλοί ἀπό μᾶς εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε κάτι ὑλικό στούς ἄλλους, ἀλλά εἴμαστε ἐντελῶς ἀνίκανοι νά τούς προσφέρουμε ἕναν λόγο παρηγοριᾶς, ἐλπίδας καί ζωῆς.
Κυρίως, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔχουν ἀνάγκη τόν θεολογικό λόγο, πού κινεῖται πέρα ἀπό τόν κοινωνικό, τόν ψυχολογικό, τόν οὑμανιστικό λόγο. Πολλά θαύματα σήμερα γίνονται μέ προσφορά θεολογικοῦ λόγου. Ὑπάρχουν ἅγιοι οἱ ὁποῖοι δέν θαυματουργοῦν, δηλαδή δέν θεραπεύουν τίς σωματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά θεολογοῦν, προσφέρουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί αὐτός ὁ θεολογικός λόγος θεραπεύει τά ψυχικά τραύματα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό ἔχει περισσότερη ἀνάγκη ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος.
Ὅποιος εἶναι ἐλεήμων θά δεχθῆ τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχύει ὁ πνευματικός νόμος, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἐπιστρέφεται στόν ἄνθρωπο ὅ,τι κάνει στούς ἄλλους, ἀλλά συγχρόνως θά ἐλεηθῆ περισσότερο ἀπό τόν Θεό μετά τήν κοίμησή του καί κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. 
Ὅποιος προσφέρει ἔλεος καί ἀγάπη στούς ἄλλους, θά δεχθῆ πλουσίως τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν εἶναι ἄδικος καί ἐνεργεῖ περισσότερο σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν, συγχωροῦν, εὐεργετοῦν.
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην
ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»

Ὁ τέταρτος μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δικαιοσύνη χορταίνει τόν ἄνθρωπο.
Ξέρουμε τί σημαίνει πείνα καί δίψα τοῦ σώματος. Εἶναι ἀφόρητες καταστάσεις γιά τόν ἄνθρωπο. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά κάνη τίς διεργασίες πού εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ζωή, πρέπει νά δεχθῆ τίς κατάλληλες τροφές. Ὅπως ἐπίσης χρειάζεται καί τά ἀπαραίτητα ὑγρά γιά νά κινηθῆ ὁ ὀργανισμός του, ὁ ὁποῖος στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀποτελεῖται ἀπό νερό. Ὅταν ὁ ὀργανισμός στερῆται τῶν καταλλήλων τροφῶν καί ὑγρῶν, τότε ἀντιδρᾶ, δημιουργώντας τό αἴσθημα τῆς πείνας καί τῆς δίψας.

Στόν μακαρισμό αὐτόν δέν μακαρίζονται ἡ σωματική πείνα καί δίψα, ἀλλά ἡ ψυχική πείνα καί δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν δικαιοσύνη. 
Ἡ δικαιοσύνη μπορεῖ νά νοηθῆ μέ πολλούς τρόπους, ἤτοι ἡ γενική ἀρετή, διά τῆς ὁποίας ἑνώνεται κανείς μέ τόν Θεό, ἤ ἀκόμη ἡ μερική δικαιοσύνη πού εἶναι ἀντίθετη μέ τήν πλεονεξία καί τήν ἀδικία. 
Καί στίς δύο περιπτώσεις τό ἀποτέλεσμα εἶναι τό ἴδιο, ἤτοι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους.
Ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι συνέχεια καί ἀποτέλεσμα τῶν προηγουμένων μακαρισμῶν, ἀφοῦ ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, αὐτός πού μετανοεῖ καί διακρίνεται γιά τήν πραότητα, πεινᾶ καί διψᾶ γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης πάνω στήν γῆ. 
Ἀλλά ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι καί προάγγελος τοῦ ἑπομένου μακαρισμοῦ στόν ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλεημοσύνη. Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί πρῶτα πρέπει νά εἶναι κανείς δίκαιος καί στήν συνέχεια νά εἶναι ἐλεήμων. 
Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος νά εἶναι πλεονέκτης, νά εἶναι ἄδικος, νά συγκεντρώνη τόν πλοῦτο μέ παράνομους τρόπους, νά εἶναι εὔπορος διαπράττοντας διάφορες ἀδικίες καί στήν συνέχεια νά παρουσιάζεται καί ἐλεήμων, δωρητής, δῆθεν γιά τό καλό τῆς κοινωνίας καί τῶν ἀνθρώπων. 
Ὅμως, πάνω ἀπό ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι δίκαιος, νά μή παρανομῆ, νά μήν ἀδικῆ τούς ἀνθρώπους, νά μή πλουτίζη σέ βάρος τους.
Νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό.

Ἐκεῖνο πού κάνει ἐντύπωση στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ὅτι δέν μακαρίζεται αὐτός πού εἶναι δίκαιος, ἀλλά αὐτός πού πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. 

Καί οἱ Φαρισαῖοι αἰσθάνονταν ὅτι ἦταν δίκαιοι, ἀφοῦ δέν ἀδικοῦσαν τούς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὅμως δέν ἀγαποῦσαν τούς ἀνθρώπους. 
Ἔτσι, ἐδῶ δέν ἐπαινεῖται ἁπλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ δικαίου, πού πολλές φορές εἶναι νόμιμη, ἡ ὁποία, ὅμως, στερεῖται ἠθικῆς. Ἐπαινεῖται ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῆς δικαιοσύνης, τό νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἄνθρωπος γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μέ μεγάλη ἐπιθυμία καί νά αὐξάνεται καθημερινῶς ἡ διάθεσή του γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης.
Ἡ πείνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη εἶναι ἡ ψυχική ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ Θεοῦ στίς κοινωνίες. Πέρα ἀπό τίς σωματικές ἀνάγκες, ὑπάρχουν καί οἱ ψυχικές ἀνάγκες καί, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στίς ἀνάγκες τοῦ σώματος καί λιγότερη ἤ καθόλου σημασία στίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν καί δέν πρέπει νά περιορίζεται ἁπλῶς στό σῶμα.
Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει μιά ἀνισορροπία στό θέμα αὐτό, γιατί οἱ ἄνθρωποι δίνουν προτεραιότητα στά ὑλικά πράγματα, στίς βιολογικές ἐπιθυμίες, καί ἀγνοοῦν τίς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς γιά τόν Θεό, γιά τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη, γιά τήν ἀγάπη καί τό νόημα τῆς ζωῆς. 
Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνικανοποίητος, παρά τήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν, καί αἰσθάνεται ὅτι κάτι τοῦ λείπει.
Ὁ χορτασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ψυχοσωματικός, δηλαδή εἶναι ἡ ψυχοσωματική ὑγεία πού χορταίνει τόν ἄνθρωπο, τοῦ δίνει νόημα ζωῆς. 
Ὅμως, αὐτός ὁ χορτασμός δέν εἶναι μιά στατική κατάσταση. Αὐτό πού συμβαίνει στό σῶμα, ὅτι χορταίνει, ἀλλά μετά τήν μεταποίηση τῆς τροφῆς πάλι ἐμφανίζεται ἡ πείνα καί ἡ δίψα, πολύ περισσότερο συμβαίνει καί στά πνευματικά ζητήματα. 
Ὁ χορτασμός ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης δημιουργεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη πείνα καί δίψα, εἶναι «ὁ ἀχόρταγος χορτασμός» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ διαρκής πορεία πρός τήν τελειότητα πού εἶναι ἀτέλεστη.
Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ μακαρισμοῦ εἶναι μεγάλη, γιατί στήν κοινωνία μας, παρά τήν ὕπαρξη πολυνομίας, ὑπάρχει μεγάλη ἀδικία καί ἀνισότητα. 
Γι’ αὐτό θά πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ κοινωνίες ἀποτελοῦνται ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἀπό διάφορα πάθη καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἱκανοποίησή τους, γι’ αὐτό πάνω ἀπό τήν λεγομένη ἀνθρώπινη καί κοινωνική δικαιοσύνη –τήν ὁποία καί αὐτή δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε– πρέπει νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό. 
Χωρίς τόν Θεό καί τήν Χάρη Του θά εἴμαστε διαρκῶς πνευματικά πεινασμένοι καί διψασμένοι.

Ἡ ἁγία Παρασκευή, πού ἑορτάζεται σήμερα, αὐτήν τήν δικαιοσύνη πεινοῦσε καί διψοῦσε. Ἀγάπησε πολύ τόν Χριστό, διέθεσε ὅλη τήν περιουσία της στούς πτωχούς καί ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν μέχρι μαρτυρίου. Νά τήν ἔχουμε διαρκῶς ὡς ὑπόδειγμα ἀληθινῆς ζωῆς.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν

«Μακάριοι οι πραείς», είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». Μακάριοι κι ευτυχισμένοι είναι όσοι συγκρατούν το θυμό τους κι είναι πράοι, γιατί αυτοί θ’ απολαύσουν από τη γη αυτή τα αιώνια αγαθά. 
Νωρίτερα ο Κύριος είχε μακαρίσει εκείνους που πενθούν για τις αμαρτίες τους, τώρα μακαρίζει και τους πράους. 

Γιατί οι πράοι μακαρίζονται αμέσως μετά απ’ αυτούς που πενθούν; 
Επειδή η πραότητα είναι καρπός και συνέπεια της συντριβής, του πένθους για τις αμαρτίες και τις πτώσεις μας. 
Η θλίψη για τις αμαρτίες σου σε κάνει καλοσυνάτο και πράο σαν αρνάκι. Κι όπου υπάρχει πραότητα και καλοσύνη, εκεί υπάρχει ηρεμία και μακαριότητα. 
Υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο κι ευλογημένο από την πνευματική γαλήνη κι ηρεμία; Τί περισσότερο ζητάμε στον κόσμο από την ηρεμία; Δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένος άνθρωπος από εκείνον που δεν είναι ειρηνικός και ήρεμος, που βρίσκεται σε μια συνεχή κατάσταση σύγχυσης και φόβου. Γιατί τότε ούτε ο πλούτος ούτε η φήμη ούτε και οποιοδήποτε άλλο εγκόσμιο αγαθό έχει αξία. 

Ο άνθρωπος όμως που έχει ειρήνη στη ψυχή του είναι ικανοποιημένος ακόμα κι όταν είναι κοινωνικά απόβλητος και φτωχός.
«Μακάριοι οἱ πραεῖς». Τι είναι λοιπόν η πραότητα, σε τι συνίσταται, ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της; Για να το εξηγήσουμε καλύτερα αυτό ας γυρίσουμε στο ευαγγέλιο. Εκεί θα συναντήσουμε τη λαμπερή, πανέμορφη και υπέροχη εικόνα της. 
Ας δούμε πως διδάσκει και πως περιγράφει ο Κύριος την πραότητα: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. ε’ 44-45). 
«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29).
Από τα λόγια αυτά βλέπετε, αδελφοί, ότι πραότητα είναι μια ειρηνική διάθεση της ψυχής που πιστεύει σταθερά κι αγαπά τον Ιησού Χριστό, που υπομένει κάθε κακό που της προξενούν οι άνθρωποι ή η δολιότητα του διαβόλου. 

Ο πράος άνθρωπος δεν ερεθίζεται και δεν εκνευρίζεται από τις αντιθέσεις και τα εμπόδια, συγχωρεί εύκολα τις προσβολές των ανθρώπων κι εύχεται το καλό για τους εχθρούς του, επειδή σέβεται την ανθρώπινη και τη χριστιανική αξία τους. Ο πράος άνθρωπος δεν ανταποδίδει ποτέ κακό στο κακό ή πονηρό στο πονηρό. Δεν εκνευρίζεται, δεν υψώνει τη φωνή του αγριεμένος όταν τον βλάπτουν ή τον προσβάλουν οι άλλοι. 
«Ουκ ερίσει ουδέ κραυγάσει, ουδέ ακούσει τις εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού» (Ματθ. ιβ’ 19). «Λοιδορούμενος (ο Χριστός) ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. β΄23). Αυτή είναι η υπέροχη εικόνα της πραότητας! Αυτή είναι η ουσία της!
Πώς μπορούμε να πράξουμε διαφορετικά, αδελφοί; Πώς είναι δυνατό να εκνευριζόμαστε, να εξαγριωνόμαστε και ν’ ανταποδίδουμε το κακό; 

Ο Θεός, ο κοινός μας Πατέρας, στον οποίο αμαρτάνουμε ξανά και ξανά, μας συμπεριφέρεται πάντα με πραότητα. Δεν μας καταστρέφει. Μας ανέχεται και μας ευεργετεί ακατάπαυστα. Οφείλουμε και μείς λοιπόν να γίνουμε πράοι, επιεικείς και μακρόθυμοι προς τους αδελφούς μας. 
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι σαφής: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος• εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’ 14-15). 
Μα και σαν χριστιανοί είμαστε όλοι μέλη ενός σώματος και τα μέλη φροντίζουν με κάθε τρόπο να βοηθούν το ένα το άλλο. Κι ακόμα, όλοι μας ονομαζόμαστε πρόβατα του ποιμνίου του Χριστού. 
Γιατί; 
Επειδή τα πρόβατα είναι ήρεμα, πράα, υπομονετικά και καλοσυνάτα. Έτσι λοιπόν πρέπει να γίνουμε και μεις. Μόνο όσοι από μας είναι πράοι κι αγαθοί σαν τα αρνιά ανήκουν στο ποίμνιο του Χριστού. Εκείνοι που δεν έχουν το Πνεύμα του Χριστού, που δε διαθέτουν την πραότητα και την ταπείνωσή Του, δεν είναι δικοί Του. «Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστίν αυτού» (Ρωμ, η’ 9). 
Στη Δευτέρα Παρουσία μόνο τα πρόβατα θα σταθούν στα δεξιά του Κριτή. Τα εριστικά ερίφια θα πάνε στ’ αριστερά Του. Τα πρόβατα θα οδηγηθούν στον παράδεισο, ενώ τα ερίφια θα καταδικαστούν και θα σταλούν στη γέεννα.

Πόσο αφύσικος και ανόητος είναι ο θυμός κι η οργή! Πόσο κοντά στη φύση μας είναι η πραότητα! Πρόσεξε το πρόσωπο ενός άνθρωπου που είναι πράος. Είναι τόσο όμορφο, καθαρό, γαλήνιο, ήρεμο και γοητευτικό! Το πρόσωπο του πράου σκορπάει στους γύρω του «οσμήν ευωδίας πνευματικής». 

Ακόμα κι ένας οργίλος άνθρωπος, όταν τον δει μαθαίνει να είναι πράος. 
Κοίταξε μετά τον οργίλο άνθρωπο, τον κακότροπο. Το πρόσωπό του φαίνεται αλλοιωμένο, παραμορφωμένο, σκοτεινό, Μια ματιά να του ρίξει κανείς μερικές φορές είναι αρκετή για να ερεθιστεί κι ο ίδιος, γιατί μεταδίδει και στους άλλους το δηλητήριο που έχει στη καρδιά του. Άθελά του αποστρέφει τη ματιά του από πάνω του, για ν’ αναπαυτεί ήρεμα σε κάποιο άλλο πρόσωπο. 
Αν τ’ αποτελέσματα της οργής και του θυμού είναι τόσο άσχημα, από πού προέρχονται; Από την αμαρτωλή φιλαυτία μας, την υπερηφάνεια, τη ματαιότητα, τη φιλοδοξία, την απληστία, τη μέθη, τη λαγνεία και τη φιλαργυρία. Όλοι σας σχεδόν θα έχετε παρατηρήσει και θα ξέρετε, πως άνθρωποι μέθυσοι, υπερήφανοι και κενόδοξοι, που κυνηγούν το χρήμα και τ’ άλλα εγκόσμια αγαθά, είναι συνήθως εκείνοι που χάνουν την ψυχραιμία τους κι εκνευρίζονται. Πόσες φιλονικίες και τσακωμοί γίνονται για το κρασί, για ακόλαστες γυναίκες, για ένα προσβλητικό λόγο ή για χρήματα!

Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να μας κάνει πράους, όσο το να παρατηρούμε τόσο τ’ αποτελέσματα του εκνευρισμού και της οργής, όσο και εκείνα της πραότητας. Η πραότητα συνοδεύεται από πνευματική γαλήνη και χαρά, όπως λέει κι ο Κύριος: 

«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαἰς υμών» (Ματθ. ια’ 29). Μόλις διδαχτούμε από τον Κύριο πώς να είμαστε πράοι και ταπεινοί, αμέσως στην καρδιά μας βασιλεύει η γαλήνη και μαζί της έρχεται κι η χαρά «εν αγίω Πνεύματι». 
Όταν η ψυχή μας έχει πραότητα, μπορούμε να κάνουμε εύκολα κάθε έργο που θα μας ήταν εξαιρετικά δύσκολο όταν είμαστε εκνευρισμένοι και ταραγμένοι. Όταν είμαστε οργισμένοι εναντίον του πλησίον μας, ακόμα κι η προσευχή μας είναι αμαρτωλή. 
Με την πραότητα κερδίζουμε την αγάπη, το σεβασμό και την καλή διάθεση των άλλων για μας. Η πραότητα κάνει την προσευχή μας ευπρόσδεκτη στο Θεό. Προσελκύει το έλεος του Θεού πάνω μας και κατορθώνει τη συγχώρηση των αμαρτιών μας. 
Από την άλλη μεριά τώρα ο θυμός, η οργή κι η αδιαλλαξία καταστρέφουν την εικόνα και την αξία του χριστιανού. 
Μας στερούν την ηρεμία του πλησίον μας, την αγάπη του και το σεβασμό του. Μας αποστερούν την αγαθή θέληση του Θεού κι επισύρουν πάνω μας διάφορες καταστροφές και δυστυχίες. Τα παραδείγματα των αποστόλων κι όλων των πρώτων χριστιανών, ιδιαίτερα δε των αγίων μαρτύρων, μας διδάσκουν την πραότητα και μας εμπνέουν προς αυτή. 
Παρά τις απίστευτες αγριότητες και τα βασανιστήρια των ειδωλολατρών, οι θείοι μάρτυρες ποτέ δε σκέφτηκαν να πάρουν τα όπλα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Για τρεις αιώνες υπόφεραν τους διωγμούς τους σαν άκακα αρνιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του θείου διδασκάλου τους, «ος λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. β’ 23).