Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Το παιδίον (παιδάκι) ως Θεός, ο Θεός ως παιδίον

Το παιδί ως Θεός, ο Θεός ως παιδί… 
Γιατί δημιουργείται αυτή η ζωηρή συγκίνηση την περίοδο των Χριστουγέννων όταν οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί με χλιαρή πίστη ή ακόμη και οι άθεοι, παρατηρούν αυτό το μοναδικό, ασύγκριτο θέαμα της νεαρής μητέρας να κρατά το παιδί στην αγκαλιά της, και γύρω τους οι «Μάγοι οι από Ανατολών», οι ποιμένες, δροσεροί από τη νυχτερινή τους σκοπιά στους αγρούς, τα ζώα, ο ανοιχτός ουρανός, ο αστέρας;

Γιατί είμαστε τόσο βέβαιοι, αλλά και συνεχώς ανακαλύπτουμε, πώς σ’ αυτόν το θλιβερό πλανήτη μας δεν υπάρχει τίποτε ομορφότερο και πιο χαρμόσυνο απ’ αυτό το θέαμα, που το πέρασμα των αιώνων αποδείχτηκε ανίκανο να ξεριζώσει από τη μνήμη μας; 
Επιστρέφουμε σ’ αυτό το θέαμα οποτεδήποτε δεν έχουμε άλλο καταφύγιο, οποτεδήποτε έχουμε βάσανα στη ζωή, και αναζητούμε αυτό που θα μάς ελευθερώσει.

Όμως στην ευαγγελική διήγηση για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, η Μητέρα και το Παιδί δε λένε ούτε μία λέξη, ωσάν οι λέξεις να είναι περιττές, επειδή καμιά λέξη δεν μπορεί να ερμηνεύσει, να ορίσει ή να εκφράσει το νόημα όσων έλαβαν μέρος και εκπληρώθηκαν εκείνη τη νύχτα. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούμε λέξεις εδώ, όχι για να εξηγήσουμε ή να ερμηνεύσουμε, αλλά επειδή, όπως η Γραφή λέει, «εκ γάρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί» (Ματθ. 12, 34). Είναι αδύνατο κάποιος, που ξεχειλίζει η καρδιά του, να μη μοιραστεί με άλλους τα βιώματά του.
Οι λέξεις «παιδίον» και «Θεός» είναι οι πλέον αποκαλυπτικές για το μυστήριο των Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα μυστήριο που απευθύνεται στο παιδί που συνεχίζει να ζει μυστικά μέσα σε κάθε ενήλικα, στο παιδί που συνεχίζει να ακούει ό,τι ο ενήλικας έχει πάψει να ακούει, και που ανταποκρίνεται με μια χαρά, που ο ενήλικας, μέσα στον γήινο, υπερώριμο, κουρασμένο και κυνικό κόσμο που ζει, αδυνατεί να νιώσει. Μάλιστα, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τα παιδιά, όχι μόνο εξαιτίας του χριστουγεννιάτικου δένδρου που διακοσμόμουμε και φωτίζουμε, αλλά μ’ έναν πολύ βαθύτερο τρόπο, και μόνο τα παιδιά δεν ξαφνιάζονται για το ότι, όταν ο Θεός κατέρχεται στη γη, έρχεται ως παιδί.
Αυτή η εικόνα του Θεού ως παιδιού συνεχίζει να λάμπει μέσα από τις εικόνες και τα αναρίθμητα έργα τέχνης, φανερώνοντας πώς ό,τι είναι ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο στο Χριστιανισμό βρίσκεται ακριβώς εδώ, σ’ αυτήν την αιώνια παιδικότητα του Θεού. 

Οι ενήλικες, ακόμη και αυτοί που «συμπαθούν περισσότερο τα θρησκευτικά θέματα», περιμένουν και προσδοκούν από τη θρησκεία να δώσει εξηγήσεις και αναλύσεις, τη θέλουν έξυπνη και σοβαρή. 
Οι αντίπαλοι της είναι εξίσου σοβαροί, και, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς αντιμετωπίζουν τη θρησκεία μ’ ένα χαλάζι από «ορθολογικές» σφαίρες. 
Στην κοινωνία μας δεν υπάρχει καμιά φράση που να μεταφέρει καλύτερα την περιφρόνησή μας από το να χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πώς «είναι παιδιάστικο». Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι για τους ενήλικες, τους έξυπνους και σοβαρούς. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται εξίσου σοβαρά και βαρετά. Ο Χριστός όμως είπε, «γέννησθε ως τα παιδία» (Ματθ. 18,3).

Τι σημαίνει αυτό; 
Τι λείπει από τους ενήλικες, ή καλύτερα, τι έχει στραγγαλισθεί, καταπνιγεί, εκμηδενισθεί από ένα παχύ στρώμα ενηλικιότητας; 

Δεν είναι πάνω απ’ όλα αυτή η ικανότητα, η τόσο χαρακτηριστική των παιδιών, να θαυμάζουν, να αγαλλιούν και το πιο σπουδαίο να είναι γνήσια στη χαρά και στη λύπη; 
Η ενηλικίωση στραγγαλίζει επίσης την ικανότητα να εμπιστεύεσαι, να αυτοεγκαταλείπεσαι, να αφήνεσαι τελείως στην αγάπη και να πιστεύεις με όλη σου την ύπαρξη. 
Τελικά τα παιδιά παίρνουν στα σοβαρά ό,τι οι ενήλικες δεν μπορούν πλέον να αποδεχθούν: τα όνειρα, αυτά που διασπούν την καθημερινή μας εμπειρία και την κυνική μας καχυποψία, αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και καθετί που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές.

Έτσι, μόνο όταν εισχωρήσουμε στο παιδί που ζει κρυμμένο μέσα μας, μπορούμε να κάνουμε δικό μας το χαρμόσυνο μυστήριο του Θεού που έρχεται προς εμάς «ως παιδίον». 

Το παιδί δεν διαθέτει ούτε κύρος ούτε εξουσία, όμως η απουσία ακριβώς του κύρους το αναδεικνύει σε βασιλιά, πηγή της βαθιάς του δύναμης είναι η ανικανότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και η τρωτότητά του. 
Το παιδί σ’ αυτή τη μακρινή σπηλιά της Βηθλεέμ δεν έχει επιθυμία ώστε να το φοβόμαστε, εισέρχεται στις καρδιές μας χωρίς να μας εκφοβίζει, χωρίς να επιδεικνύει το κύρος και τη δύναμή του, αλλά μόνο με την αγάπη. 
Μάς δίνεται ως παιδί, και μόνο ως παιδιά μπορούμε με τη σειρά μας να το αγαπήσουμε και να δοθούμε σ’ αυτό. Ο κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την εξουσία, μάς απελευθερώνει απ’ όλα αυτά. 
Το μόνο που επιθυμεί από μας είναι η αγάπη μας, που προσφέρεται με ελευθερία και χαρά, το μόνο που επιθυμεί από μας είναι να του δώσουμε την καρδιά μας. Και τη δίνουμε σ’ ένα ανυπεράσπιστο παιδί, που εμπνέει όμως τεράστια εμπιστοσύνη.

Με τη γιορτή των Χριστουγέννων η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει ένα μυστήριο χαράς: το μυστήριο μιάς ελεύθερα προσφερόμενης αγάπης που δεν επιβάλλεται σε κανένα. Μιας αγάπης ικανής να δει, να αναγνωρίσει και να αγαπήσει το Θεό στο πρόσωπο του θείου Παιδιού, και να γίνει έτσι δώρο μιας νέας ζωής.

Πηγή: Ίδρυμα Νεότητας και Οικογένειας Ι. Α. Α.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ο όσιος Πορφύριος, το “Αλητόπαιδο του Θεού”: «Ας ανοίξουμε τα χέρια και ας ριχτούμε στην αγκαλιά του Θεού».

Στιγμιότυπα από τη ζωή του αγίου Πορφυρίου
Καθόταν σ΄ένα πάγκο στο αριστερό μέρος του καραβιού της γραμμής Πειραιάς-Θεσσαλονίκη-Άγιον Όρος. Κοίταζε το πέλαγος, τους γλάρους, τα κύματα το αγόρι με τα μπαλωμένα ρούχα.

Οι ναύτες του ζήτησαν εισιτήριο. Δεν είχε. Τον μάλωσαν. Εφτασε μεσημέρι. Στο κατάστρωμα είχαν καθίσει παρέες και έτρωγαν. Μία κυρία πλησιάζει το χωριατόπαιδο και του προσφέρει ένα κομμάτι ψωμί και πάνω μαριδούλες τηγανητές. Γυρίζοντας λέει σχεδόν δυνατά:

-Τέτοια παιδιά, αλητόπαιδα, δεν πρέπει να τα κοιτάζει κανείς… αλλά τι να κάνουμε… είμαστε και άνθρωποι!

Το φτωχό αγόρι, όταν άκουσε την λέξη “αλητόπαιδο”, σκέφτηκε:

-Όντως αλητόπαιδο είμαι. Έγινα αλήτης της αγάπης του Θεού, είπε και χάρηκε μέσα στην ψυχούλα του.
- Χριστέ μου σώσε με, οδήγησέ με, προσευχόταν μυστικά.

Το όνομά του, Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης.
Μικρός έβοσκε τα πρόβατα στο χωριό του στην Εύβοια και τον φώναζαν Άγγελο. 

Άγγελο και στο μεγάλο κατάστημα στη Χαλκίδα που δούλευε, εφτά χρονών παιδάκι, και ύστερα στο μπακάλικο του συγγενή του στον Πει­ραιά. 
Είχε πάει και στην πρώτη Δημοτι­κού και ήξερε να συλλαβίζει. Διάβασε συλλαβιστά το βίο του αγίου Ιωάννου τού Καλυβίτη, που έπεσε στα χέρια του, και άναψε μέσα του η επιθυμία να ακο­λουθήσει την αγγελική πολιτεία. Έγινε μοναχός. Όταν στα εικοσιένα του χει­ροτονήθηκε πρεσβύτερος, πήρε το όνομα Πορφύριος.


Τό «αλητόπαιδο του Θεού» αναδείχ­θηκε σε μια από τις μεγαλύτερες όσιακές μορφές της εποχής μας. Είναι ο Γέροντας Πορφύριος, ο διορατικός, ο στοργικός πνευματικός ο Γέροντας του πόνου και της αγάπης, όπως τον ονόμασαν, που η Εκκλησία μας τον κατέταξε στους αγίους της και τιμά τη μνήμη του στις 2 Δεκεμβρίου. 
Δώδεκα χρονών, οδηγημένος από την αγάπη του Χριστού, ύστερα από περιπέτειες και πισωγυρίσματα έφτασε για πρώτη φορά στο ‘Άγιον Όρος στα Καυσοκαλύβια. 
Μικρός και σχεδόν αγράμματος.

************
Ξέρεις να διαβάζεις; τον ρώτησε ό παπα- Ίωαννίκιος.

- Ε, λίγο ξέρω, απάντησε και άρχισε να διαβάζει ντροπαλά τον πρώτο ψαλμό:
– Μα…μα…κά…κά…ρι…ρι…ος άνήρ…

- Καλά, παιδί μου, άσε νά διαβάσω εγώ, και άλλη μέρα διαβάζεις εσύ. «Μα­κάριος άνήρ, ός ούκ έπορεύθη έν βουλή άσεβων…».
«Πρέπει να μάθω να διαβάζω», είπε μέσα του ο έφηβος ασκητής, «να ξεστρίψει η γλώσσα μου».

Έβαλε τα δυνατά του. Όταν έβρισκε λίγο χρόνο, διάβαζε. Και τη νύχτα. 
Κι έμαθε το ψαλτήρι απ’ έξω. 
Αργότερα έμαθε και το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 
και το κατά Ιωάννην 
και την επιστολή του Ιακώβου 
και τους Κανόνες.

Τον Γέροντα τον χαρακτήριζε μεγάλη φιλομάθεια, σε όλα, σε όλη τη ζωή του.
«Ήθελα όλα να τα μαθαίνω μέχρι το βάθος και το πλάτος… να μάθω και τις λεπτομέρειες. Ήμουνα πολύ επιμελής», έλεγε.

Στά Καυσοκαλύβια το εργόχειρο του ήταν τα ξυλόγλυπτα.

«Ό,τι λέγανε οι Γέροντες μου, το ξανασκεφτόμουν και το μάθαινα σαν μά­θημα… το βράδυ που έπεφτα να κοιμηθώ, νοερώς έλεγα το μάθημα: παίρνουμε το ξύλο, το κόβουμε, το βάζουμε στο νερό να μουσκέψει… μετά…, όλο το εργόχειρο σκεπτόμουν με το μυαλό, για να μην ξεχάσω το παραμι­κρό», έλεγε με ενθουσιασμό!
************
Αργότερα ο Γέροντας βρέθηκε «αντί για την έρημο του Άγιου Όρους, στην έρημο τής Ομόνοιας», όπως έλεγε, στην καρδιά της Αθήνας, όπου, για τριάντα τρία χρόνια, υπηρέτησε τους πονεμέ­νους αδελφούς, ως εφημέριος στον άγιο Γεράσιμο τής Πολυκλινικής Αθηνών.

«Εκεί ερχόντουσαν κι έψαλλαν άνθρωποι επιστήμονες… και η χορωδία του Βασιλικού Θεάτρου…, ήταν όμως δύσκολο να συμβαδίσω με τους ήχους. Γι’ αυτό επήγα στο Ώδείο…, μάθαινα μουσικά με επιμονή και ζήλο… για να διευκολύνω τους ψάλτες… να παίρνω καλά τη βάση. Δεν ήθελα να στενοχωρώ τη χορωδία».
*************
Ήθελε να μάθει και αρμόνιο, αλλά δεν είχε το Ωδείο. 
Άρχισε λοιπόν πιάνο με μια δασκάλα «αγιότατη», όπως τη χαρακτήριζε ο Γέροντας.
«Ήθελα όμως κι αυτή να μην τη στε­νοχωρώ για τα μαθήματα. Όταν το βράδυ έκανα την ταπεινή μου προ­σευχή, μετά ώσπου να κοιμηθώ έβαζα τά χέρια μου σαν σε πιάνο και έκανα το μάθημα: ντό-σί-λά-σόλ-σόλ-σόλ-μί… για να μη στενοχωρώ τη δασκάλα μου…».
************
Μία Κυριακή περνούσε έξω απ’ το Αρχαιολογικό Μουσείο. Είχε λίγο χρόνο. Μπήκε. Πλησίασε ένα γκρουπ μπροστά στο άγαλμα του Δία που έριχνε κεραυνό στους ανθρώπους. Άκουγε την ξενά­γηση με ενδιαφέρον.

-Εσείς τι λέτε, παπούλη; ρώτησε τον Γέροντα η ξεναγός.

-Εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά… Μόνο έτσι όπως το βλέπω, θαυμάζω το έργο του καλλιτέχνη, αλλά και το πλάσμα του Θεού, που τόσο τέλεια το δημιούργησε.
Ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε είχε με­γάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τον Δία; Ενώ ρίχνει τον κεραυνό στους ανθρώπους, το πρόσωπο του είναι γα­λήνιο. Δεν είναι οργισμένος. Είναι απα­θής.

Εύχαριστήθηκε η ξεναγός με την απάντηση και όλο το γκρουπ.

-Τι μας λέει αυτό; συνέχισε ο Γέροντας. Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος και όταν ακόμα μας τιμωρεί.
************
Ή ανάγκη για όσο το δυνατόν περισ­σότερη κατανόηση και συμπαράσταση στους άρρωστους της Πολυκλινικής και η φιλομάθεια που είχε από μικρός για όλα, τον οδήγησαν στην Ιατρική Σχολή. Παρακολούθησε για ένα διάστημα πα­ραδόσεις στη Σχολή και αγόρασε βιβλία της Ιατρικής ανατομίας, φυσιολογίας κ.α, για να μελετήσει.
************
Οι μαθητές ήθελε να ενθαρρύνονται με τις εξής προτροπές:

«Παιδιά, να είστε ξύπνιοι για τη μόρ­φωση, για το καλό, για την αγάπη. Μόνο η αγάπη τα κάνει όλα όμορφα και γεμίζει η ζωή μας και αποκτάει νόημα. Ο κακός εαυτός θέλει την τεμπελιά, την αδιαφο­ρία. Άλλ’ αυτό κάνει άνοστη τη ζωή, χωρίς νόημα κι ομορφιά».
«Με την πίστη φεύγει το άγχος».
«Ας ανοίξουμε τα χέρια και ας ριχτούμε στην αγκαλιά του Θεού».

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Ο Όσιος Ιάκωβος, ο «με συγχωρείτε».

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεδριάζει στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, αποφάσισε πριν από λίγο – σήμερα Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017 – την αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη της Μονής Οσίου Δαυΐδ στην Εύβοια (1920-1991).
Ο γέροντας εκοιμήθη στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά τα Εισόδια της Θεοτόκου, αλλά θα εορτάζει μία ημέρα μετά, στις 22 Νοεμβρίου. 
Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος με τον καθηγούμενο της ιεράς μονής Οσίου Δαβίδ στην Εύβοια αρχιμ. Γαβριήλ, ο κ. Βαρθολομαίος τον ενημέρωσε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε στις αγιολογικές δέλτους της Εκκλησίας τον Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.

*****
Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος γεννήθηκε την 5η Νοεμβρίου του 1920 στα ευλογημένα και ματωμένα χώματα της αγιοτόκου Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα στο Λιβίσι της Μάκρης, μία μικρή πόλη απ’ τις παραθαλάσσιες της Ιωνικής Γής, στο ύψος περίπου του Καστελλόριζου, από γονείς ενάρετους και ευσεβείς, τον Σταύρο Τσαλίκη και την Θεοδώρα, κόρη του Γεωργίου και της Δέσποινας Κρεμμυδά. Οι γονείς του Γέροντος γέννησαν εννέα παιδιά, αλλά στη ζωή αυτή επέτρεψε ο Θεός να μείνουν μόνον τρία.

Η οικογένεια του Γέροντος ήταν από τις πιο εύπορες οικογένειες της περιοχής, ο μεγάλος της όμως πλούτος ήταν η ευσέβειά της και η αγνή χριστιανική πίστη που είχε πολύ βαθιές ρίζες. Το γενεαλογικό δέντρο της είχε να καυχηθεί με την εν Χριστώ καύχηση επτά γενεές Ιερομονάχων, έναν αρχιερέα και έναν άγιο. 


Τα θλιβερά γεγονότα όμως της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι θηριωδίες και τα εγκλήματα των αγριανθρώπων Νεοτούρκων και των Κεμαλικών σε βάρος των χιλιάδων Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου, που είχαν ήδη αρχίσει από το 1915 και 1917 μέχρι το 1920, έπληξαν και την οικογένεια του Γέροντος Ιακώβου. 

Ο παππούς και νονός του, ο Γιώργης Κρεμμυδάς, άνθρωπος πραγματικά του Θεού, ο θείος του, ο γιατρός Χατζηδουλής, καθώς και άλλοι οικείοι του συνελήφθησαν απ’ τους Τούρκους και στη διάρκεια της εξοντωτικής πορείας για τα τάγματα εργασίας στα βάθη της Τουρκίας ξεψύχησαν κοντά στη Νίγδη απ’ τα βασανιστήρια των άγριων και αιμοβόρων Τούρκων ζαπτιέδων – χωροφυλάκων – και στρατιωτών. Ο πατέρας του, Σταύρος Τσαλίκης, πιάστηκε αιχμάλωτος κι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες του Λιβισιού στις αρχές του 1922. Μετά από φοβερές κακουχίες, ατέλειωτες οδυνηρές οδοιπορίες και αναγκαστικές εργασίες σε ορυχεία, νταμάρια και αλλού, τον πήγαν στα μέρη της Τραπεζούντας και τον έβαλαν να χτίζει νοσοκομείο.

***
Μετά την καταστροφή η οικογένεια του ακολούθησε τον σκληρό δρόμο της προσφυγιάς. Το καράβι τους μετέφερε στην Ιτέα και από εκεί πήγαν στην Άμφισσα. 
Εκεί για καλή τους τύχη το 1925 βρήκαν τον πατέρα του μικρού Ιακώβου και μαζί πλέον η οικογένεια μετακινήθηκε στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας. 
Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. 
Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη. 
Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του. Το 1933 τελείωσε το δημοτικό αλλά οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει στο γυμνάσιο. Ακολούθησε τον πατέρα του στην δουλειά του. 
Ο μητροπολίτης Χαλκίδος εντυπωσιασμένος από το ψάλσιμο του τον χειροθέτησε αναγνώστη. Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. 
Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά. 
Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας. Το 1947 ο Ιάκωβος πήγε στρατιώτης. Τα πειράγματα των συναδέλφων του που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι ο «πάτερ Ιάκωβος» αλλά και ο χλευασμός τους δεν τον πτοούσαν. Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. 
Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του. 

Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.

***
Έχοντας εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας του, να παντρέψει την αδελφή του το Νοέμβριο του 1952 προσέρχεται στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ στις Ροβιές, για να εκπληρώσει και την δική του επιθυμία Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα. Έτσι συνέχισε η ζωή του ασκητή Ιάκωβου, εργασία στο μοναστήρι, προσευχή στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ, οι θεοπτίες και θαύματα τα οποία με τον καιρό πλήθαιναν. 
Ο βαθμός άσκησης του ήλθε σε υψηλά πνευματικά επίπεδα. 
Τον Αύγουστο του 1963 με θαυμαστό τρόπο τάισε με δυόμισι οκάδες μανέστρα, 75 εργάτες με πλουσιοπάροχες μερίδες και περίσσεψε και μισή κατσαρόλα.! 
Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του. Από την λιτοδίαιτη και ασκητική ζωή η υγεία Του άρχισε να κλονίζεται. 
Οι φλέβες του ποδιών του ήταν σάπιες, έκανε εγχείριση βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδας, προστάτη, καρδιάς και σύμφωνα με τις μαρτυρίες του καθηγητή Κρεμαστινού που του έβαλε τον βηματοδότη «..η θεία δύναμη κρατούσε τον παππού..».
Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό. Επιστρέφοντας στην μονή έπαθε φλεγμονή η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία. 
Ο ίδιος είχε διαισθανθεί το τέλος του. 
Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε. Μετά εξομολόγησε μερικούς πιστούς και έκανε τον γύρο της μονής εσωτερικά και εξωτερικά. Το μεσημέρι εξομολόγησε μία πνευματική του κόρη. Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή. Οι λαϊκοί που ειδοποιήθηκαν γη την κηδεία του ήταν ελάχιστοι. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά ο ένας στον άλλο μετέδιδαν το θλιβερό γεγονός. 
Την επόμενη μέρα χιλιάδες κόσμου κατέκλυσαν το μοναστήρι, κληρικοί όλων των βαθμίδων, πνευματικοπαίδια του γέροντα από όλη την Ελλάδα, ήλθαν να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό. Η αυλή της μονής ήταν κατάμεστη. 
Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν οι πιστοί τον Όσιο γέροντα. 

Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν «Άγιος, Άγιος».

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ ...
What shall we give to the Lord ...


Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, 
αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ. 

Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ, 
περὶ παντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν; 
δι᾿ ἡμᾶς Θεὸς ἐν ἀνθρώποις· 
διὰ τὴν καταφθαρεῖσαν φύσιν, 
ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, 
καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν· 
πρὸς τοὺς ἀχαρίστους ὁ Εὐεργέτης· 
πρὸς τοὺς αἰχμαλώτους ὁ Ἐλευθερωτής· 
πρὸς τοὺς ἐν σκότει καθημένους, 
ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης· 
ἐπὶ τὸν Σταυρὸν ὁ ἀπαθής· 
ἐπὶ τὸν Ἅδην τὸ φῶς· 
ἐπὶ τὸν θάνατον ἡ ζωὴ· 
ἡ Ἀνάστασις διὰ τοὺς πεσόντας· 
πρὸς ὃν βοήσωμεν· 
Ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

Praise Him with the sound of trumpet, 
praise Him with the harp and lyre. 

What shall we give to the Lord 
in return for all that He has rendered to us? 
For us did God come among men. 
For our corrupted nature did 
the Logos become flesh 
and dwell among us. 
The Benefactor came to the ungrateful; 
the Liberator to the captives; 
the Sun of Righteousness 
to those who sit in darkness. 
He who is dispassionate suffered on the cross; 
the Light shone in Hell. 
He who is Life has trampled on death. 
For the fallen He is the resurrection. 
Let us cry out to Him, 
Glory to You our God.

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Στα Βυζαντινά χρόνια - Βυζαντινός Πολιτισμός

1. ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ
2. Βυζαντινός Πολιτισμός 
 Το 330 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος μεταφέρει την πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. 
 Η Κωνσταντινούπολη, έμελλε να γίνει από τις αρχές του τετάρτου αιώνα μ.Χ. η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 
 Η ρωμαϊκή διοικητική παράδοση, η χριστιανική θρησκεία, η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός διαμόρφωσαν το χαρακτήρα της αυτοκρατορίας, 
 H Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατόρθωσε να επιβιώσει μέσα από αναρίθμητες εξωτερικές απειλές από τη Δύση, το Βορρά και την Ανατολή και πολλές εσωτερικές αναταράξεις. 
 Κατόρθωσε να δημιουργήσει μια μεγάλη αυτάρκη κουλτούρα και πολιτισμό, με καταπληκτικά επιτεύγματα στα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες. 
 Η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε στις ανατολικές επαρχίες του ρωμαϊκού αλλά και του βυζαντινού κράτους, ενώ η λατινική, στη διοίκηση κατά το πρώτο διάστημα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
 Η γλώσσα, μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας διαφοροποιείται σε αυτή που μιλιόταν από τους απλούς ανθρώπους και σε αυτή που χρησιμοποιούσαν οι μορφωμένοι και οι κρατικοί υπάλληλοι. 
 Σταδιακά επικράτησε η μικρογράμματη γραφή, αφού όχι μόνο λιγότερες δυσκολίες παρουσίαζε (τονισμός λέξεων) αλλά και καταλάμβανε λιγότερο χώρο (οικονομία στον πάπυρο). Όσα αρχαία συγγράμματα δεν αντιγράφηκαν σε αυτή, δε διασώθηκαν. Η απλοποίηση της γλώσσας συνεχίστηκε μέχρι την εποχή των Παλαιολόγων (1261-1453), οπότε η γλώσσα πήρε την μορφή που περίπου έχει και σήμερα.
3. Βιβλιοθήκες και Scriptoria 
 Κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ.(προς το τέλος της Ισαύρειας Δυναστείας) σημειώθηκε αναγέννηση των γραμμάτων. Οι πνευματικοί άνθρωποι, ιεράρχες-λόγιοι θεωρούσαν ότι τα βιβλία είναι η ανώτερη πηγή παιδείας. 
 Δημιουργήθηκαν πολλές βιβλιοθήκες και εργαστήρια αντιγραφής χειρογράφων(scriptoria). 
 Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, θεωρήθηκε απαραίτητη η διάσωση των κλασσικών κειμένου του αρχαίου ελληνισμού και η μετάδοση τους. Άρχισε τότε και η αναζήτηση για την ανακάλυψη χαμένων έργων μεγάλων Ελλήνων ποιητών, φιλοσόφων, ρητόρων, ιστορικών. Ο Κωνσταντίνος το 358 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε μεγάλο αντιγραφικό εργαστήριο το οποίο ελεγχόταν και επιχορηγούταν από το κράτος. 
 Το έργο του Κωνσταντίνου συνεχίστηκε από τον Ιουλιανό, ο οποίος συγκέντρωσε πολλά βιβλία δημιουργώντας μια σημαντική προσωπική βιβλιοθήκη. Με την ίδρυση του Πανδιδακτηρίου ,ή αλλιώς γνωστό ως Σχολή της Μαγναύρας, στα χρόνια του Θεοδοσίου Β’, η βιβλιοθήκη και το αντιγραφικό εργαστήριο προσαρτήθηκαν στο νέο Πανεπιστήμιο, και η Βιβλιοθήκη έγινε Γνωστή ως η βιβλιοθήκη του Πανδιδακτηρίου. Φυλάσσονταν περισσότεροι από 10.000 τόμους χειρόγραφων βιβλίων. 
 Τον 9ο αιώνα, μετά το τέλος της εικονομαχίας, εκδηλώνεται έντονη δραστηριότητα για την έκδοση αρχαίων κειμένων. Η εκδοτική αυτή έκρηξη οφείλεται πρώτον στην ανακάλυψη νέων υλικών γραφής όπως το χαρτί και δεύτερον στην δημιουργία της μικρογράμματης γραφής. Έτσι δημιουργήθηκαν νέα κέντρα γραφής σε όλο τον Βυζαντινό χώρο. Πολλά βιβλία εκδόθηκαν και νέες βιβλιοθήκες δημιουργήθηκαν όχι μόνο στα κρατικά σχολεία αλλά και σε μοναστήρια. 
 Σημαντικός εκδοτικός οίκος υπήρξε η Μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη η οποία στέγασε τη μεγαλύτερη σχολή αντιγραφέων τον 9ο -10ο αιώνα. Άλλα θαυμασμένα εργαστήρια αντιγραφής είναι η μονή της Πάτμου ,των Μετεώρων και του Αγίου Όρους.
4. Η Βυζαντινή μικρογράμματη γραφή 
Ο τύπος της μικρογράμματη ς γραφής από την εμφάνιση της (800 μ.Χ) θα κυριαρχήσει σε όλο τη βυζαντινή περίοδο και θα φτάσει εξελικτικά στις μέρες μας.
5. Πώς δημιουργήθηκε η μικρογράμματη γραφή; 
Τα κεφαλαία γράμματα ήταν πιο απαιτητικά σε σχέση με τα μικρά, διότι είχαν πολλές γωνίες και γραμμές. Έτσι οι χειρογράφοι από την βιασύνη τους συνέπτυξαν τα γράμματα και η γραφή αποκτούσε μια συνέχεια στην οποία δεν είχαν θέση τα κεφαλαία.
6. Σκοπός της δημιουργίας της ήταν: 
 η εξυπηρέτηση τρεχουσών αναγκών καθημερινής γραφειοκρατικής διαδικασίας. 
 η ελαχιστοποίηση του χρόνου δημιουργίας των χειρογράφων. 
 η εξοικονόμηση ποσότητας υλικών γραφής.
7. Βυζαντινή επισεσυρμένη 
Στα πρώτα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιούνταν δυο γλώσσες: η λατινική και η ελληνική. Η πρώτη στην διοίκηση της αυτοκρατορίας πριν την διάσπαση της ενώ η άλλη από τους απλούς πολίτες. Η χρήση της λατινικής γλώσσας ήταν επόμενο να επηρεάσει την εξέλιξη τόσο της ρωμαϊκής επισεσυρμένης, όσο και την ελληνική επισεσυρμένη, να συνταιριάξει τους χαρακτήρες και να δημιουργήσει τη βυζαντινή επισεσυρμένη ένα καινούργιο ύφος γραφής.
8. Η συμβολή των λειτουργικών κέντρων στην εξέλιξη της γραφής. 
Τα μοναστηριακά κέντρα ως βιβλιογραφικά εργαστήρια ανέλαβαν το βάρος της μετάβασης από τη μεγαλογράμματη στην μικρογράμματη γραφή. 
Με κέντρο την Μονή Στουδίου και με την συνεργασία άλλων μοναστηριακών συγκροτημάτων καθιερώθηκε η πειθαρχία στη συγκρότηση των γραμμάτων που οδήγησε στο συγκεκριμένο τύπο της μικρογράμματης γραφής.
9. Διδασκαλίες πατέρων(Doctrina Patrum) 
Γύρω στα 800μ.Χ Λειτουργικό κείμενο του έτους 1394.
10. Παρ’ολ’αυτά, η μεγαλογράμματη εξακολουθούσε να γράφεται. 
Μεγάλοι λόγιοι της εποχής φρόντισαν να διασώσουν πολύτιμα χειρόγραφα, δημιουργώντας σχολές αντιγραφής, στις οποίες μεταχαρακτηρίζονταν διάφορα κείμενα που τους ενδιέφεραν. Στη συνέχεια, παρατηρήθηκαν νέες τάσεις στην εξέλιξη της γραφής. Ορισμένα γράμματα μεταβάλλονται από μικρά σε κεφαλαία. Αυτή η μεικτή μικρογράμματη γραφή θα επικρατήσει. Παρουσιάζει δύο τύπους:β) την καλλιγραφική με κλίση γραφή α) την όρθια καλλιγραφική
11. Στο δεύτερο μισό του 13ου αι. σταθεροποιείται η ‘αεικίνητη’ γραφή. 
Τα γράμματα εμφανίζονται άλλα μεγάλα, ψηλά και πιο ελεύθερα κι άλλα μικρά και μαζεμένα. Μεγάλοι λόγιοι δεν ενδιαφέρονται παρά για το περιεχόμενο των χειρογράφων και την παιδευτική του σημασία. 
Ο χαρακτήρας γραφής γίνεται λίγο πολύ προσωπική υπόθεση του αντιγραφέα ή της σχολής του. 
Ο επόμενος και τελευταίος αιώνας του Βυζαντίου ,15ος,διευρύνει αυτή την ποικιλία των μορφών και παρατηρείται ένα πνεύμα απειθαρχίας στους κανόνες που επέβαλαν το μέτρο και την ενότητα της γραφής. Μόνο στα λειτουργικά κείμενα διατηρείται το «καθαρό» γράψιμο.Τον ίδιο αιώνα θα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα τυπογραφικά στοιχεία.
12. ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ 
 Είναι γενικά γνωστό ότι δεν μας σώθηκε κανένα χειρόγραφο κείμενο γραμμένο από το χέρι του ίδιου του συγγραφέα. 
 Η διατήρηση των αρχαίων κειμένων οφείλεται στο έργο των αντιγραφέων . 
 Στα βυζαντινά χρόνια η αντιγραφή παλαιοτέρων χειρογράφων γινόταν στα οργανωμένα εργαστήρια τα scriptoria.
13. Η αντιγραφή 
 Η αντιγραφή γινόταν με ιδιαίτερη φροντίδα. Ο γραφέας καθόταν στο σκαμνί, με τα πόδια στηριγμένα σε ένα υποπόδιο. Τοποθετούσε στα γόνατα του τον άγραφο κώδικα, ενώ μπροστά του σε αναλόγιο ήταν στηριγμένο το χειρόγραφο από όπου αντέγραφε. 
Σε ένα χαμηλό έπιπλο βρίσκονταν τα φιαλίδια της μελάνης, τα κονδύλια, τα γλύφανα και όλα τα αναγκαία σύνεργα της αντιγραφής. Αυτό που κούραζε τον καλλιγράφο ήταν κυρίως η υπερένταση από την αποστήθιση των λέξεων και η προσπάθεια να μεταφερθεί όχι μόνο σωστά στο νέο χειρόγραφο το περιεχόμενο του παλιού αλλά και να είναι καλλιγραφημένα, ώστε να ευανάγνωστο και καλαίσθητο. 
 Τα λάθη στην αντιγραφή όπως και κάθε παράβαση στην τάξη που επικρατούσε τιμωρούνταν.
14. Τα χρώματα 
 Ύστερα από την αντιγραφή του χειρογράφου ακολουθούσε η παραβολή με το πρωτότυπο και η διόρθωση των λαθών. 
 Ζωγραφίζονταν οι μικρογραφίες, τα επίτιτλα τα αρχικά γράμματα και τέλος γινόταν η συρραφή των φύλλων και σταχωνόταν ο κώδικας. 
 Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν μελάνια διαφόρων χρωμάτων. Το μελάνι για την γραφή ήταν συνήθως μαύρο και το έλεγαν γραφικόν μέλαν. 
 Βασικό όργανο γραφής με μελάνι σε πάπυρο ή περγαμηνή ήταν ένα μικρό ευλύγιστο καλάμι, ο κάλαμος ή η γραφίς. Ο κάλαμος τοποθετούνταν σε ειδική θήκη, το καλαμάριον. Το δοχείο στο οποίο φυλαγόταν το μελάνι ήταν από πηλό, γυαλί, πιο συχνά από κέρατο και ονομαζόταν μελάμβοχον ή μελανοδοχείο. 
 Για τον καλλωπισμό των χειρογράφων, χρησιμοποιούσαν κόκκινο μελάνι. 
 Η χρήση του χρυσού γινόταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις για την γραφή του κειμένου, τους τίτλους, τα αρχικά γράμματα ή ολόκληρα χωρία.
15. Δύο τύποι βιβλίων 
 το ειλητάρο ή ειλητό: ορθογώνιο κομμάτι παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού το οποίο τυλιγόταν γύρω από έναν άξονα σε κάθετη ή σπανιότερα σε οριζόντια διεύθυνση. 
 ο κώδικας: τύπος βυζαντινού βιβλίου που αποτελείται από μεγάλα κομμάτια περγαμηνής ή χαρτιού διπλωμένα δύο φορές στα δύο, τα τετράδια που δένονται όλα σε τόμο.
16. Μικρογραφίες 
 Ο καλλιτέχνης ζωγράφος- ειδικός στις μικρογραφίες – διακοσμούσε τον κώδικα ζωγραφίζοντας μικρογραφίες πάνω σε ολόκληρες σελίδες, πρόσθετε διακοσμήσεις και φιλοτεχνούσε τα καλλιτεχνικά αρχικά γράμματα. 
 Τα αρχικά γράμματα γίνονται συχνά ανθρωπόμορφα κοσμήματα, η διακόσμηση στα επίτιτλα γίνεται με χάρη και φαντασία και εκτελούνται με την ίδια τελειότητα που το μικρογράμματο κείμενο ώστε κάθε σελίδα να αποτελεί μια άρτια σύνθεση όλων των στοιχείων της, όπου τα απαλά χρώματα, κόκκινα, γαλάζια, πράσινα, πορφυρά, φωτεινά με διαφάνειες σμάλτου πάνω στο χρυσό δεν παίζουν μικρότερο ρόλο. 
 Τον 11ο αιώνα εμφανίζεται η εκτεταμένη εικονογράφηση των ευαγγελίων όπου εκατοντάδες μικρογραφίες παρεμβάλλονται ανάμεσα στις γραμμές- και σπάνια στο περιθώριο- εικονογραφώντας έτσι κάθε φράση του κειμένου με διαδοχικές μικρές σκηνές στην σειρά.
17. Μικρογραφίες
18. Μικρογραφίες
19. ΤΟ ΚΥΡΙΛΛΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ 
 Η εκκλησία του Βυζαντινού Κράτους ανέλαβε κατά τον 9ο αι. τον εκχριστιανισμό των Σλάβων. 
 Έστειλε, ύστερα από πρόσκληση του ηγεμόνα της χώρας Ραστισλάβου, τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο στη Μεγάλη Μοραβία το 863 μ.Χ. 
 Ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος και ο αδερφός του Μεθόδιος από τη Θεσσαλονίκη τοποθετήθηκαν επικεφαλής της πρεσβείας επειδή γνώριζαν την αρχαία σλαβική γλώσσα. 
 Ο Κωνσταντίνος επινόησε το κυριλλικό αλφάβητο και μετέφρασε την Αγία Γραφή στα σλαβονικά.
20. Τα γράμματα 
Έτσι, κυριλλικό αλφάβητο ονομάστηκε το αλφαβητικό σύστημα στο οποίο γράφτηκαν τα αρχαιότερα έργα της σλαβικής γραμματείας και στηρίχθηκε στην ελληνική γραφή. Η λειτουργία και το κήρυγμα στη Μοραβία άρχισαν να γίνονται στα σλαβονικά. 
Οι Σλάβοι οφείλουν τις απαρχές της εθνικής Φιλολογίας τους σ’ αυτούς.
21. ΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ λατινικό, κυριλλικό, λατινικό-κυριλλικό, αραβικό, βραχμικά, άλλα αλφάβητα, μη αλφαβητική γραφή
22. ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟ ΧΑΡΤΙ 
 Το Χαρτί είναι υλικό αποτελούμενο κυρίως από φυτικές ίνες ή από τμήματα φυτικών ινών διαπλεγμένα ή συμπιεσμένα σε συνεκτικό ενιαίο σύνολο, διαμορφωμένο σε λεπτά και ξηρά φύλλα, που χρησιμοποιείται ιδίως για γραφή και εκτύπωση, αλλά και για ποικίλες άλλες.
23. Η Ιστορία του Χαρτιού 
Το 105 μ.Χ ο Τσάι Λουν κατασκεύασε χαρτί από φλοιό, ίνες κάνναβης, παλιά κουρέλια και κομμάτια μετάξι, που τα πολτοποιούσε σφυροκοπώντας τα μέσα στο νερό, έχυνε μετά τον πολτό επάνω σε μια πλάκα και το φύλλο που γινόταν έτσι το άφηνε να στεγνώσει στον ήλιο. 
Το χαρτί κυριάρχησε στον 3ο και 4ο αιώνα. Πολύ γρήγορα το χαρτί έγινε πολύτιμο και περιζήτητο εμπόρευμα σε όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Τελικά, η παρασκευή του χαρτιού διαδόθηκε σύντομα στη Μικρά Ασία. Εκεί το γνώρισαν οι Άραβες. Το χαρτί πέρασε στο Βυζάντιο κατά την περίοδο των συγκρούσεων ανάμεσα σε Άραβες και Βυζαντινούς.

24. Η εργασία εκπονήθηκε από τους μαθητές: 
Παπαγεωργίου Ειρήνη: Το ιστορικό πλαίσιο της βυζαντινής εποχής Παρασκευοπούλου Κυριακή: Τα γράμματα στο Βυζάντιο Πετροπούλου Ζωή: Η μικρογράμματη γραφή 
Βλάχου Μαρία: Τα χειρόγραφα στο Βυζάντιο και τη Δύση
Σαπουντζή Ξανθίππη: Τα καλλιτεχνικά χειρόγραφα 
Ταλιούρα Ελένη: Το κυριλλικό αλφάβητο 
Μαλούχο Γιάννη: Υλικά και μέσα γραφής 

Έντυπη Βιβλιογραφία 
 Elpidio Mioni, Εισαγωγή στην ελληνική παλαιογραφία, Αθήνα 1979, Μορφωτικό ίδρυμα εθνικής τραπέζης 
 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Η, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε 
 Περιοδικό Αρχαιολογία, τεύχος 5, Νοέμβριος 1982 
 Ιστορία του Μεσαιωνικού και Νεότερου Κόσμου, Β΄Λυκείου 
Ηλεκτρονική Βιβλιογραφία: εδώ

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου


ΠΩΣ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν με ταπείνωση και στην αφάνεια. 
Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφθαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. 
Την συνόδευαν οι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. 
Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.
Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σκεπάζει (σκέπει) και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Μας σκεπάζει με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.
Η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Με την ενέργεια αυτή θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της. Την εορτή της αγίας Σκέπης τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου.

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940
Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. 
Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα "ευχαριστώ" στην Παναγία, σ' εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. 
Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.
Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. 
Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. 
Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940
Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.

Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα
Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.
Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.
Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.
- Τὶς εἶ; Μιλιά...
Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τὶς εἰ;
Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: 
Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!
Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια... κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

Θαῦμα στὸ Μπούμπεση
Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.

Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. 
Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.
Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.
- Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.
Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.
- Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.
- Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.
users