Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η Ηθική Θεωρία του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου
ΕΙΣ ΘΕΟΣ, ΕΝ ΤΕ ΘΕΟΙΣΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ,

Η Ηθική Θεωρία του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου


Ο Ξενοφάνης Δεξίου ή Ορθομένους ο Κολοφώνιος ήταν πραγματικά ένας σοφός, έτοιμος να κατευθύνει την ευφυΐα του προς οποιοδήποτε πρόβλημα. 
Εκτός από τη θεολογία και την ηθική θεωρία του, είναι ενδιαφέροντα τα εξής: έδειξε με τη φιλοσοφία του τα όρια του ανθρώπου, ήταν ο πρώτος "ενίσας" και ξεκίνησε την πορεία για την αποκορύφωση της αφηρημένης , θεωρητικής σκέψης. Ήταν βέβαια και φυσικός φιλόσοφος και πρώτος απαρίθμησε διάφορα είδη απολιθωμάτων.

Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε στην Κολοφώνα της Ιωνίας στη Μικρά Ασία γύρω στο 570 π.Χ. και ήταν ίδιας ή όχι πολύ μικρότερης ηλικίας από τον Πυθαγόρα. Έφτασε σε μεγάλη ηλικία(πέθανε περίπου 90 ετών, σχετικά φτωχός ). Έφυγε από την Κολοφώνα λόγω των Περσών και της διαφθοράς που κυριαρχούσε στην πόλη. 

Έπειτα ταξίδεψε και διέμενε κυρίως στη Μεγάλη Ελλάδα(Ιταλία). Ένα μέρος της ζωής του το πέρασε στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας, όπου ίδρυσε την Ελεατική Φιλοσοφική Σχολή. Ήταν σοφός αλλά και ποιητής (έγραφε τραγούδια και ελεγείες), κάποια από τα ποιήματα του ονομάστηκαν Σίλλοι (κλεφτές ματιές) ή σάτιρες. 
Οι Σίλλοι ήταν στίχοι επικριτικοί των αξιών της εποχής του, των ανθρώπων που τις καθιέρωσαν και του τρόπου ζωής.


Στη θεολογία του ο Ξενοφάνης στρέφεται εναντίον της αθανασίας και της ανθρωπόμορφης φύσης των θεών της εθνικής θρησκείας:


🔆 ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙΣ ΑΝΕΘΗΚΑΝ ΟΜΗΡΟΣ Θ'ΗΣΙΟΔΟΣ ΤΕ

ΟΣΣΑ ΠΑΡ'ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙΝ ΟΝΕΙΔΕΑ ΚΑΙ ΨΟΓΟΣ ΕΣΤΙΝ,
ΚΛΕΠΤΕΙΝ ΜΟΙΧΕΥΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΑΠΑΤΕΥΕΙΝ ( DK 21B 11).
🔆 ΑΛΛ'ΟΙ ΒΡΟΤΟΙ ΔΟΚΕΟΥΣΙ ΓΕΝΝΑΣΘΑΙ ΘΕΟΥΣ ,

ΤΗΝ ΣΦΕΤΕΡΗΝ Δ'ΕΣΘΗΤΑ ΕΧΕΙΝ ΦΩΝΗΝ ΤΕ ΔΕΜΑΣ ΤΕ (DK 21B 14 ).
🔆 ΑΙΘΙΟΠΕΣ ΤΕ (ΘΕΟΥΣ ΣΦΕΤΕΡΟΥΣ) ΣΙΜΟΥΣ ΜΕΛΑΝΑΣ ΤΕ ΘΡΗΚΕΣ ΤΕ ΓΛΑΥΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΥΡΡΟΥΣ(ΦΑΣΙ ΠΕΛΕΣΘΑΙ) (DK 21B 16).
🔆 ΑΛΛ'ΕΙ ΧΕΙΡΑΣ ΕΧΟΝ ΒΟΕΣ (ΙΠΠΟΙ Τ') ΗΕ ΛΕΟΝΤΕΣ ,

Η ΓΡΑΨΑΙ ΧΕΙΡΕΣΣΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΕΛΕΙΝ ΑΠΕΡ ΑΝΔΡΕΣ,
ΙΠΠΟΙ ΜΕΝ Θ'ΙΠΠΟΙΣΙ ΒΟΕΣ ΔΕ ΤΕ ΒΟΥΣΙΝ ΟΜΟΙΑΣ
ΚΑΙ(ΚΕ) ΘΕΩΝ ΙΔΕΑΣ ΕΓΡΑΦΟΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤ'ΕΠΟΙΟΥΝ
ΤΟΙΑΥΘ'ΟΙΟΝ ΠΕΡ ΚΑΥΤΟΙ ΔΕΜΑΣ ΕΙΧΟΝ (ΕΚΑΣΤΟΙ) (DK 21 B 15).

Παρατηρεί ο Ξενοφάνης, ότι οι θεοί είναι ανήθικοι και είναι λάθος να τους προσδίδουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Διάφορες φυλές τους δίνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και το ίδιο θα έκαναν και τα ζώα αν είχαν θεούς. Ο ίδιος σχηματίζει την πεποίθηση, πως υπάρχει μία μοναδική μη-ανθρωπόμορφη θεότητα.

🔆 ΕΙΣ ΘΕΟΣ, ΕΝ ΤΕ ΘΕΟΙΣΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ,
🔆 ΟΥΤΙ ΔΕΜΑΣ ΘΝΗΤΟΙΣΙΝ ΟΜΟΙΙΟΣ ΟΥΔΕ ΝΟΗΜΑ (DK 21B 23).
🔆 AIEI Δ'ΕΝ ΤΑΥΤΩ ΜΙΜΝΕΙ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΟΥΔΕΝ,

ΟΥΔΕ ΜΕΤΕΡΧΕΣΘΑΙ ΜΙΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΑΛΛΟΤΕ ΑΛΛΗ,
ΑΛΛ'ΑΠΑΝΕΥΘΕ ΠΟΝΟΙΟ ΝΟΟΥ ΦΡΕΝΙ ΠΑΝΤΑ ΚΡΑΔΑΙΝΕΙ (DK 21 B 25,26).
🔆 ΟΥΛΟΣ ΟΡΑ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ Τ'ΑΚΟΥΕΙ (DK 21 B 24) .


Ο Ξενοφάνης θεωρεί την ιεραρχία των θεών ως αδύνατη. Ο Θεός του Ξενοφάνη διαφέρει και ως προς το σώμα και ως προς τη σκέψη από τον άνθρωπο. Είναι ακίνητος, γιατί λογικά είναι αδύνατον, να κινείται με ανθρώπινα μέτρα ο Θεός. Επίσης για το Θεό η κίνηση είναι περιττή, αφού μόνο με τη θέλησή του συνταράσσει τα πάντα.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος "ενίσας". Με τον όρο αυτό εννοεί ότι ο Ξενοφάνης πρώτος έθεσε ως αξίωμα την ενότητα, μοναδικότητα. Το σώμα του ενός Θεού του Ξενοφάνη ήταν δευτερεύουσας σημασίας όπως και η τοποθέτησή του στο χώρο.

Ο Ξενοφάνης επίσης έθεσε τα όρια της ανθρώπινης γνώσης.

🔆 ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΝ ΟΥΝ ΣΑΦΕΣ ΟΥΤΙΣ ΑΝΗΡ ΙΔΕΝ ΟΥΔΕ ΤΙΣ ΕΣΤΑΙ ΕΙΔΩΣ ΑΜΦΙ ΘΕΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΣΣΑ ΛΕΓΩ ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΩΝ·
ΕΙ ΓΑΡ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΥΧΟΙ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΟΝ ΕΙΠΩΝ,
ΑΥΤΟΣ ΟΜΩΣ ΟΥΚ ΟΙΔΕ· ΔΟΚΟΣ Δ'ΕΠΙ ΠΑΣΙ ΤΕΤΥΚΤΑΙ (DK 21B 34).
🔆 ΤΑΥΤΑ ΔΕΔΟΞΑΣΘΩ ΜΕΝ ΕΟΙΚΟΤΑ ΤΟΙΣ ΕΤΥΜΟΙΣΙ… (DK 21B 35)
🔆 OYTOI AΠ' ΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙ ΘΝΗΤΟΙΣ'ΥΠΕΔΕΙΞΑΝ,

ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΩ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΣΙΝ ΑΜΕΙΝΟΝ (DK 21B 18).
🔆 ΕΙ ΜΗ ΧΛΩΡΟΝ ΕΦΥΣΕ ΘΕΟΣ ΜΕΛΙ , ΠΟΛΛΟΝ ΕΦΑΣΚΟΝ

ΓΛΥΣΣΟΝΑ ΣΥΚΑ ΠΕΛΕΣΘΑΙ (DK 21 B 38).

Η ανθρώπινη γνώση είναι πεπερασμένη και παραμένει ατελής σε σχέση με τη θεία. Η αναζήτηση ωστόσο ανταμείβεται, και για το λόγο αυτό ο Ξενοφάνης και ο Ηράκλειτος πίστευαν πως βρίσκονταν σε μια ξεχωριστή κατάσταση συνειδητότητας. Το παράδειγμα με το μέλι εκφράζει τις απόψεις του Ξενοφάνη για τα όρια της γνώσης και υπογραμμίζει την διαφορά Θεού και ανθρώπων(1).

Ο Ξενοφάνης απέρριπτε τη θεωρία της μετεμψύχωσης του Πυθαγόρα. Το ηρακλειτικό "ΗΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΕΣΤΑΙ" πηγάζει από τη μοναδικότητα, ενότητα και αιωνιότητα του Θεού του Ξενοφάνη. Ο Παρμενίδης με τη σειρά του δέχθηκε τις ιδιότητες αυτές, δεν μπορούσε όμως να δεχθεί την κινητικότητα και μεταβλητότητα του ηρακλειτικού όντος.

Τρεις είναι οι σημαντικές προτάσεις του Ξενοφάνη:

1) Υπάρχει ένας Θεός, πολύ διαφορετικός από τους ανθρώπους στη μορφή και στη σκέψη. Οι θεοί είναι αποκυήματα της φαντασίας των ανθρώπων που τους επινοούν κατ'εικόνα και ομοίωσή τους.

2) Ο Θεός είναι ακίνητος, όμως τα βλέπει όλα, τα καταλαβαίνει όλα και τα ακούει όλα με τρόπο που δε γίνεται κατανοητός από τους ανθρώπους. Προαναγγέλλεται έτσι το "κινούν ακίνητον" του Αριστοτέλη.

3) Η σοφία είναι προτιμότερη από τη σωματική δύναμη και αποτελεί την πραγματική δύναμη και μόρφωση.

Ο Ξενοφάνης εισήγαγε το μονοθεϊσμό. 

Ο Θεός είναι ένας και μέγιστος και το σύμπαν μία πραγματικότητα, ένα ανώλεθρο Ον, που είναι η πρώτη αρχή των άλλων. Πρώτος εισάγει την ιδέα της στάσης και της κίνησης, του Είναι και του Γίγνεσθαι. 
Είναι ενιστής, αφού βλέπει ότι το σύμπαν είναι ένα και κυριαρχείται από μια θεότητα. Αρνείται την παντοδυναμία του νου και τη δυνατότητα του ανθρώπου να κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια. Η πιθανή γνώση όμως είναι δυνατή. Οι θεοί ήταν φειδωλοί ως προς τη γνώση για να αφήσουν στους ανθρώπους ελεύθερο πεδίο αναζητήσεων και ερευνών. 
Ο Ξενοφάνης ήταν υπέρ της προόδου (OYTOI AΠ' ΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙ ΘΝΗΤΟΙΣ'ΥΠΕΔΕΙΞΑΝ, ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΩ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΣΙΝ ΑΜΕΙΝΟΝ., Βλ.παραπάνω). 
Εννοούσε ότι η γνώση αποκαλύπτεται στους ανθρώπους όχι ύστερα από επέμβαση των θεών, αλλά ύστερα από έρευνα του ανθρώπου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της προόδου.


Ως ηθικός φιλόσοφος υιοθετεί κριτική στάση απέναντι στα δεινά της εποχής του και απέναντι στους συμπολίτες του, που τους κατηγορεί για τρυφηλότητα, πολυτέλεια,έλλειψη ψυχικής ανάτασης και υλόφρονα αντίληψη. Θεωρεί ότι η τυραννία των Περσών οφείλεται στην ηθική σήψη και την ψυχική αναιμία των Ελλήνων(2).

Επικριτικός ήταν ο Ξενοφάνης εκτός του Ομήρου και του Ησιόδου, του Θαλή, του Πυθαγόρα και του Επιμενίδη ακόμη και των κορυφαίων αθλητών της εποχής του. H Κολοφώνα το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. βρισκόταν κάτω από την ολιγαρχία των χιλίων ιππέων και ανήκε σε μια περιοχή, υπό την επικυριαρχία της Λυδίας. 
Ο Ξενοφάνης ωστόσο αντιτάχθηκε στη σχετικά ήπια κυριαρχία και αποκαλούσε τους στρατιώτες ακόλαστους και διαφθορείς των ηθών των συμπατριωτών του. 
Όταν όμως ο στρατηγός Άρπαγος άπλωσε τον τρόμο σε όλη την ιωνική ακτή, έφυγε και πιάστηκε από πειρατές. Τον απελευθέρωσαν οι Πυθαγόρειοι Παρμενίσκος και Ορεστάδης, έζησε κατόπιν στην Μεσσίνα, την Κατανία, στις Συρακούσες, στον Ακράγαντα και στο Στρόμπολι, όπου τον εντυπωσίασε μια ηφαιστειακή έκρηξη.


Για το Θεό εκτός των προαναφερθέντων είπε επίσης πως είναι αγέννητος, αφού το τέλειο δε μπορεί να γεννηθεί από το ατελές, άρα ο Θεός είναι άναρχος και αιώνιος. Η ιεραρχία αποκλείεται γιατί ένας υπο-Θεός δε νοείται ούτε όμως ίσοι μπορεί να είναι οι θεοί, γιατί γνώρισμα του Θεού είναι η ανωτερότητά του. Ο Θεός είναι επομένως μοναδικός, παντοδύναμος και δεν έχει όρια όπως τα εννοούν οι άνθρωποι. Ο Αϊνστάιν έχει μιλήσει για τον τετραδιάστατο κυρτό χώρο που είναι ταυτόχρονα πεπερασμένος και άπειρος(3).

Ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος, που, ως λογικός άνθρωπος εναντιώνεται όχι μόνο στη θρησκεία της εποχής του αλλά και σε οποιεσδήποτε δεισιδαιμονίες ή προλήψεις. Η διδασκαλία του για ένα αιώνιο, αμετάβλητο Ον, που υπάρχει πίσω από την ποικιλία των φαινομένων, επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους φιλοσόφους(4).

Ο Παρμενίδης έτσι ισχυρίστηκε ότι η εμπειρία είναι απατηλή, γιατί στηρίζεται σε φαινόμενα. Με τον τρόπο αυτό, χωρίστηκαν η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία, με εκείνη που πηγάζει από το λόγο. Κατά τον Παρμενίδη, η αληθινή γνώση προέρχεται μόνο από ένα αμετάβλητο Ον. Είναι όμως και λόγος, ταυτίζονται(5).

Με τον Ξενοφάνη, ξεκίνησε η πορεία για την αποκορύφωση της αφηρημένης , θεωρητικής σκέψης. 
Ο Ηράκλειτος, είχε αναγνωρίσει το ον στο "αείζωον πυρ", που μεταμορφώνεται ολοένα και παίρνει αυτό, μόνο του, όλες τις μορφές που φανερώνονται μέσα στη φύση. 
Ο Παρμενίδης, όρισε το ον ως "ένα, συνεχές, τετελεσμένο, έμπλεον, ακίνητον, άναρχον, άπαυτον, ταυτόν, έμπεδον, ίσον". Από αυτή τη θέση εξήγησε το φυσικό κόσμο ως φαινομενικό κόσμο. 
Ο Ζήνων στη συνέχεια, εισήγαγε την "επ' άπειρον τομήν", για να αποδείξει ότι η κίνηση και η πολλαπλότητα δεν υπάρχουν: Αν τα πράγματα ήταν διαιρετά, η ιδιότητά τους αυτή θα μπορούσε να προεκταθεί στο διηνεκές του χρόνου. Έτσι όμως, κάθε πράγμα θα ήταν ταυτόχρονα απείρως μεγάλο, και απείρως μικρό. 
Ο Ξενοφάνης, ανταποκρίθηκε έγκαιρα στην ανάγκη, να εξηγηθεί η γένεση των όντων, σε αναφορά προς την ουσία τους. Ο κόσμος χωρίστηκε σε πραγματικό και φαινομενικό(6).


Σύμφωνα με ένα άρθρο του Szab, η εξέλιξη της σκέψης από τον Ηράκλειτο ως τον Παρμενίδη έχει την εξής ακολουθία: αρχικά υπήρχε η πεποίθηση ότι η πολλαπλότητα ταυτίζεται με την πραγματικότητα (θέση), ο Παρμενίδης στη συνέχεια υποστήριξε το αντίθετο, ότι η πραγματικότητα είναι το Ένα (αντίθεση), ενώ ο Ηράκλειτος μετά είπε ότι η πραγματικότητα είναι και τα δύο, το Ένα και η πολλαπλότητα (σύνθεση). Αυτό το ελκυστικό σχήμα όμως δεν συμφωνεί με τα γεγονότα, γιατί εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση με τις χρονολογικές μαρτυρίες, δεν λαμβάνει υπόψη του τον Πυθαγόρα, που υποστήριζε πως η πραγματικότητα έγκειται στη δυαδικότητα. 
Επειδή η θέση του Ηράκλειτου μοιάζει τόσο πολύ με αυτή του διαλεκτικού υλισμού, μπαίνει κανείς σε πειρασμό να βγάλει το συμπέρασμα πως το έργο του αποτελεί την κορύφωση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. 
Πρέπει όμως να προσέξει κανείς πάρα πολύ για να μην κάνει λάθος και παρασυρθεί λόγω της νεότερης αναλογίας. 
Πρέπει να θυμηθεί κανείς πως, η κύρια κατεύθυνση της αρχαίας φιλοσοφίας οδηγεί από τον υλισμό προς τον ιδεαλισμό, ενώ η νεότερη φιλοσοφία έχει την αντίθετη κατεύθυνση, από τον ιδεαλισμό ήγουν προς τον υλισμό. 
Υπάρχει έτσι κάποια συγγένεια μεταξύ Ηράκλειτου και Έγελου, από την άποψη ότι και οι δύο βρίσκονται σε ένα σημείο τομής, σε μια κρίσιμη καμπή. Όμως, ενώ η Εγελιανή διαλεκτική έχει ως περιεχόμενό της το νέο και το εξελισσόμενο, η διαλεκτική του Ηράκλειτου εκφράζει το παλαιό και αυτό που φθείρεται (φθείρεσθαι-φθίνειν). 
Αυτή η διαφορά είναι μεγίστης σημασίας. Με τον Ηράκλειτο, η διαλεκτική της πρώιμης σκέψης, κάτω από την πίεση της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα, που σημάδεψε ένα ακόμη εξελικτικό στάδιο της αφηρημένης, θεωρητικής σκέψης, που οδηγούσε προς τον ιδεαλισμό, βρήκε την πλήρη έκφρασή της. 
Όμως για τον ίδιο λόγο ο διαλεκτικό υλισμός του Ηράκλειτου είναι ήδη πεφορτισμένος με το αντίθετό του. Το αείζωον πυρ του Ηράκλειτου παριστά κάτι το αφαιρετικό και η νομοτέλεια των μεταβολών της φωτιάς ή της αρχέγονης ενέργειας, προκαλεί την ένσταση πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου η ανάγκη να υποθέσουμε κάποια μεταβολή. Αυτό το βήμα το έκανε ο Παρμενίδης. Αμφισβητώντας την πραγματικότητα της μεταβολής, δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προάγει περαιτέρω τη διαδικασία της αφαίρεσης, ώσπου αντικατέστησε το αείζωον πυρ με τη δική του θεωρία του απόλυτου όντος. Η πορεία από τον Ηράκλειτο προς τον Παρμενίδη παριστά την πορεία, που οδηγεί στην ανάπτυξη του ιδεαλισμού, από την ποσότητα στην ποιότητα(7). Το ηρακλειτικό πυρ θα μπορούσε να έχει την πηγή του στη θέση του Ξενοφάνη ότι ο ήλιος σχηματίζεται κάθε μέρα εκ νέου, από μικρά κομματάκια φωτιάς που συναθροίζονται:


ΤΟΝ ΔΕ ΗΛΙΟΝ ΕΚ ΜΙΚΡΩΝ ΠΥΡΙΔΙΩΝ ΑΘΡΟΙΖΟΜΕΝΩΝ ΓΙΝΕΣΘΑΙ ΚΑΘ'ΕΚΑΣΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ(DK 22 B 67a).(8)

Η θέση του έργου του Ξενοφάνη και η επίδραση της φιλοσοφίας του στους μεταγενέστερους, έχει ξεχωριστή σημασία και δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)Πρβλ. G.S.Kirk/J.E.Raven/M.Schofield,"Die vorsokratischen Philosophen", (μτφρ. από τα αγγλ. στα γερμ.): Karlheinz Hülser, εκδ. J.B.Metzler, Stuttgart-Weimar,1994/2001 (για την αγγλική έκδοση: Cambridge University Press 1957,1983) σσ.178-197.

(2)Πρβλ. Γρηγ. Φιλ. Κωσταράς, "Φιλοσοφική Προπαιδεία", Αθήνα, 1991/2000, σσ.180-196.

(3)Πρβλ. Luciano De Crescenzo,"Geschichte der griechischen Philosophie", (μτφρ. από τα ιταλικά στα γερμ) Linde Birk, εκδ. Diogenes, Zürich,1985/1988, σσ. 63-118.

(4)Πρβλ. Hans Joachim Störig, "Kleine Weltgeschichte der Philosophie", εκδ. Fischer Taschenbuch Verlag GmbH (überarbeitete Neuausgabe), Frankfurt am Main, 2. Auflage: April 2000 (Verlag W.Kohlhammer, 1950-1999,Stuttgart) σσ.142-157.

(5)Πρβλ. Peter Kunzmann, Franz-Peter Burkard, Franz Wiedmann,"dtv-Atlas Philosophie", εκδ. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH& Co.KG, München, 7. überarbeitete und erweiterte Auflage Februar 1998 (1. Auflage Oktober 1991) σελ. 33.

(6)Πρβλ. Κυριάκος Σ. Κατσιμάνης-Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, "Φιλοσοφία (Γ'Λυκείου)", ΟΕΔΒ, Αθήνα,1994, σσ. 17-27.

(7)Πρβλ. George Thomson,"Die ersten Philosophen",ins Deutsche übertragen von Hans-Georg Heidenreich† und Erich Sommerfeld, εκδ. Akademie-Verlag GmbH, Gesamtherstellung: Druckhaus ‘Maxim Gorki’-Altenburg DDR (αγγλική έκδοση: Studies in Ancient Greek Society, Vol.II,’ The First Philosophers’ Lawrence&Wishart Ltd., London,1955/1961), Berlin W,1961, σσ. 251-253. Πρβλ. G.S. Kirk/J.E. Raven/M. Schofield, σελ.189. 

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Ὁ Ἅγιος Ματθαῖος ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής
Ο Προστάτης της Οικονομίας

St. Matthew the Apostle and Evangelist 
The Protector of Economy 
Apostle Matthew. Manuscript from Sinai, 12th Century
Κάθε συντεχνία, κάθε τόπος κάθε δραστηριότητα έχουν τον προστάτη τους Άγιο, εκτός από την Οικονομία, την Οικονομία της Χώρας, την Οικονομία της Οικογένειας.
Στην εποχή μας, οι Τράπεζες, τα Πιστωτικά Ιδρύματα, κατάντησαν ναοί του χρήματος, πραγματικοί ναοί του Μαμωνά. 

Οι Παγκόσμιοι Οργανισμοί, που βαθμολογούν την οικονομική δυνατότητα μιας χώρας και ελέγχουν την πολιτική ζωή της, είναι «κράτος εν κράτει» και απομυζούν και τον τελευταίο οικονομικό πόρο κάθε καταθέτη και όχι μόνο.

Η αναλγησία αυτών των ιδρυμάτων, σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν και είναι τόσο μεγάλη που καταστρέφουν οικονομίες, με την υπερχρέωση των λαών.
Τράπεζες και Ανθρωπιά κατάντησαν όροι ασυμβίβαστοι, και αυτός, προφανώς, είναι ο λόγος για τον οποίο μέσα σε όλες τις τεράστιες περιούσιες αυτών των οργανισμών, δεν θα βρεις πουθενά ένα εκκλησάκι, ένα εικονοστάσι-αντίβαρο στην πώρωση των κεφαλαιοκρατών.
Καταλληλότερος, ως προστάτης της Οικονομίας, αναδεικνύεται ο Άγιος Απόστολος Ματθαίος, ο τελώνης, ο φοροεισπράκτορας, ο συλλέκτης χρήματος, που άκουσε το κάλεσμα του Χριστού και έσπευσε να γίνει ακόλουθος και μαθητής Του.
Ο Άγιος Ματθαίος, είναι αυτός που κατείχε πλήρως τη δύναμη του χρήματος και την απαρνήθηκε, «τοῦ τελωνείου τόν ζυγόν ἀπέρριψε, δικαιοσύνης τῷ ζυγῷ προσηρμόσθη… »
Ο Άγιος Ματθαίος είναι το αντίβαρο της απληστίας των τραπεζών. Είναι ο Άγιος-Καθοδηγητής, του οποίου το παράδειγμα ακολουθώντας, θα μπορέσουν, τα στελέχη και όλοι οι ιθύνοντες–διαχειριστές του πλούτου, να δώσουν στα πάσης φύσεως οικονομικά ιδρύματα χαρακτήρα φιλάνθρωπο, να αντικαταστήσουν την απληστία του Μαμωνά με τη δικαιοσύνη.

Ο Άγιος Ματθαίος είναι ο προστάτης της Οικονομίας.
Η μνήμη του τιμάται στις 16 Νοεμβρίου.
Βίος του Αγίου.
Ο Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ματθαῖος καταγόταν ἀπό τήν Γαλιλαία. Προτοῦ γίνει μαθητής τοῦ Κυρίου ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη.
Μία μέρα καί ἐνῶ καθόταν στό τελωνεῖο του, ἔξω ἀπό τήν Καπερναοῦμ, τόν πλησίασε ὁ Ἰησοῦς καί τοῦ ζήτησε νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ Ματθαῖος ὑπάκουσε καί δέχθηκε τόν Κύριο στήν οἰκία του, ὅπου παρέθεσε γεῦμα σέ Αὐτόν καθώς καί σέ πολλούς τελῶνες, μέ τούς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς συζήτησε καί συνέφαγε, ἐνέργεια γιά τήν ὁποία κατηγορήθηκε ἀπό κάποιους Φαρισαίους. Ὅταν ὁ Κύριος πληροφορήθηκε τίς κατηγορίες ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Δέν ἦρθα γιά νά καλέσω τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια».
Ἔκτοτε ὁ Ματθαῖος ὑπῆρξε μαθητής καί Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου. Ἔπειτα ἀπό τήν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ματθαῖος ἀνέλαβε νά κηρύξει τόν λόγο τοῦ Κυρίου στούς Πάρθους καί στούς Μήδους. Κατά τήν ἐκτέλεση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου, ὁ Ματθαῖος, ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων.
Ὡς εὐαγγελιστής ἔχει σύμβολο ἕναν φτερωτό ἄνθρωπο. Στό ἀνεκτίμητης ἀξίας ἔργο του περιλαμβάνεται καί ἡ συγγραφή τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Πηγή: synaxarion.gr
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἤκουσας, φωνῆς τοῦ Λόγου, καί τῆς πίστεως, τό φῶς ἐδέξω, καταλείψας τελωνείου τόν σύνδεσμον· ὅθεν Χριστοῦ τήν ἀπόρρητον κένωσιν, εὐηγγελίσω Ματθαῖε Ἀπόστολε. Καί νῦν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σέ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμόν καί μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοῦ τελωνείου τόν ζυγόν ἀπορρίψας, δικαιοσύνης τῷ ζυγῷ προσηρμόσθης, καί ἀνεδείχθης ἔμπορος πανάριστος, πλοῦτον κομισάμενος, τήν ἐξ ὕψους σοφίαν· ὅθεν ἀνεκήρυξας, ἀληθείας τόν λόγον, καί τῶν ῥαθύμων ἤγειρας ψυχάς, καθυπογράψας, τήν ὥραν τῆς κρίσεως.

Μεγαλυνάριον.

Σύσκηνος τῷ Λόγῳ διατελῶν, θείων μυστηρίων, ἐμυήθης τάς ἀστραπάς· ἔνθεν θεογράφως, Ἀπόστολε Ματθαῖε, ζωῆς διατυπώσω τό Εὐαγγέλιον.

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Το αληθινό μένει, μας σώζει

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι…»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. 
Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α’ ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.
Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.
Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.
Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα
Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντηση: Ο πατέρας άκουσε ...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

«... να μπορείς να μιλάς σ’ ένα μικρό παιδί, που ‘χει μάτια καθαρά, και να σε νιώθει.»

Ωραίες οι θεωρίες, οι υψηλές θεολογίες, τα δύσκολα και τα ανεβασμένα.
Το θέμα όμως είναι να μπορείς να μιλάς σ’ ένα μικρό παιδί που ‘χει μάτια καθαρά, και να σε νιώθει.
Και να αισθάνεται πως του λες όχι απλά αλήθειες, μα την αλήθεια σου. 
Και να το πείθεις.
Όχι για βιβλία. Μα για τη δική σου εμπειρία.
Που θα μυρίζει Χριστό.
Όποιος έχει παιδί, ή έχει να κάνει με παιδιά, ξέρει τι θα πει να μιλάς μπροστά στα πιο γνήσια κι αυθεντικά πλάσματα του πλανήτη.
Εκεί που οι βιτρίνες κρατούν για λίγα μόνο λεπτά.

Και μετά περνάμε στο "παρασύνθημα", με όρους μόνο αλήθειας, κι όχι φιγούρας, φαγούρας, πλήξης, ξύλινου λόγου και υποκριτικής φινέτσας.
π. Ανδρέας Κονάνος

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»
Ο ληστής του Παραδείσου

Ήταν ένας ληστής. Ένας άνθρωπος με πλήθος αξιόποινων πράξεων, τέτοιων και τόσων που τον έκαναν απεχθή στα βλέμματα των ανθρώπων. 
Ήταν ένας κατάδικος, της πιο μεγάλης και δίκαιης καταδίκης, αφού ούτε ο ίδιος δεν είχε προβάλει υπεράσπιση και δικαιολογία για τον εαυτό του: «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί προσυπογράφοντας έτσι χωρίς ελαφρυντικά την καταδίκη του (Λουκ. κγ΄ 41). 
Κινούνταν στο περιθώριο. 
Δρούσε στην παρανομία. 
Σκόρπιζε το φόβο, για να δρέψει τελικά όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και τη μήνη των ανθρώπων της εποχής του.

Κι όμως αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος άνθρωπος τιμάται στην αγία μας Εκκλησία μαζί με τα άχραντα πάθη του Θεανθρώπου Κυρίου μας. Την πιο ιερή και αγία ημέρα, την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, που η Εκκλησία μας προβάλλει τα σεπτά πάθη του Σωτήρος Χριστού, φωτίζει και προβάλλει άνθρωπο ανίερο, καταδικασμένο, αδικαιολόγητο ληστή και φόβητρο των ανθρώπων. 
Παράδοξο αλλά και μεγαλειώδες το γεγονός. 
Παράδοξο στην ανθρώπινη λογική και στην πεπερασμένη δικαιοσύνη μας και μεγαλειώδες για το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού.

Πώς λοιπόν αυτός ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών, των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; 
«Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το Μνήσθητί μου», απαντά η αγία Εκκλησία μ’ ένα στίχο του Συναξαρίου της Μεγάλης Παρασκευής. Άνοιξε το σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής, βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.», εκλιπαρεί τον εσταυρωμένο Κύριο μέσα στους δικούς του αφόρητους πόνους της σταυρικής του καταδίκης (Λουκ. κγ΄ 42). Όχι, δεν είναι ένας απλός λόγος αυτό το «μνήσθητί μου». Δεν είναι μια τυχαία και αβασάνιστη παράκληση. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι μια λεπτή ειρωνεία σε κάποιον ομοιοπαθή και αδύνατο συνοδοιπόρο του προς τον θάνατο.

Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κάτι που αντάξιό του είναι η είσοδός του στην ατελεύτητη, αιώνια Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια μικρή φράση που αποτύπωνε με τον πιο σαφή τρόπο ταυτόχρονα μια μεγάλη μετάνοια και μια θαυμαστή ομολογία.

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»

Δεν είναι απλώς ένα συμφεροντολογικό και απέλπιδο «μνήσθητί μου». Μαζί του είναι και η ομολογία «Κύριε» και η πίστη της Βασιλείας του.

Ήταν μεγάλος λόγος ο λόγος του ληστή. 
Πώς μπόρεσε αλήθεια μέσα στην τόση εξαθλίωση και ατιμία, μέσα στην άνευ είδους και κάλλους μορφή του Χριστού, μέσα στη γενική κατακραυγή και τις ειρωνείες να διακρίνει ότι Αυτός ήταν ο Κύριος του ουρανού και της γης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων; 
Πώς μπόρεσε αυτός που σ’ όλη του τη ζωή δεν πόθησε τίποτε άλλο από τον παράνομο πλουτισμό με τα αγαθά των άλλων και την πρόσκαιρη απόλαυση από τον ιδρώτα και τον αγώνα των συνανθρώπων του, να εκτινάξει τώρα, σ’ αυτήν την επώδυνη γι’ αυτόν ώρα, τους πόθους και τις προσδοκίες του από τον μάταιο και απατηλό κόσμο στη Βασιλεία του Θεού; «Σταυρούμενον γαρ βλέπων, βασιλέα εκάλει», λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στο Σταυρό, εν τούτοις Βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει.

Πώς μπόρεσε αυτός την ύστατη αυτή στιγμή της ζωής του να ξεπεράσει σε πίστη και ομολογία όλα εκείνα τα πλήθη των ανθρώπων που άκουσαν τη μελίρρυτη διδασκαλία του Κυρίου μας και αντίκρισαν τα θαύματά του;
Ακόμη και αυτούς που έζησαν επάνω τους τη θαυματουργία της αγάπης του; 
Διότι κανένας απ’ αυτούς δε συμπαραστέκεται, κανένας δεν υπερασπίζεται, πολύ δε περισσότερο κανένας δε φωνάζει αυτή την ώρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος. Μόνο αυτός, όταν επιτιμά τον άλλο ληστή για την ειρωνική του στάση, ομολογεί ότι «ούτος – ο Χριστός δηλαδή – ουδέν άτοπον έπραξε» (Λουκ. κγ΄ 41). Δεν έπραξε τίποτε το άτοπο, τίποτε το μεμπτό. Επομένως είναι αναμάρτητος.

Πιστεύει ο ληστής, και η πίστη του αυτή τον κάνει να ομολογεί άφοβα και ταυτόχρονα να ελπίζει στο άπειρο έλεος του Κυρίου.
* * *
«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.» 
Ένας ληστής πρώτος ένοικος του Παραδείσου! 
Ένας ληστής υπόδειγμα ομολογίας. 
Ένας ληστής παράδειγμα μετανοίας. Έτσι ώστε να εννοήσουμε όλοι μας ότι δε μας δικαιώνουν ενώπιον του Θεού ούτε μας εισάγουν στη Βασιλεία του απλώς οι καλές μας πράξεις. Όπως αντίστοιχα δε μας αποκλείουν οι πολλές και βαριές αμαρτίες. 
Μας αποκλείει από τη χαρά του Παραδείσου η σκληροκαρδία μας, η αμετανοησία μας και ο εγωισμός μας. Και μας ανοίγει τη θύρα του ελέους του, για να εισέλθουμε στη Βασιλεία του, η έμπρακτη και βαθιά μετάνοιά μας. 
Έτσι, για να μην απελπιζόμαστε από την αδυναμία μας, αλλά να ελπίζουμε στο έλεός του, ας αφήσουμε να διαποτίσει το εσωτερικό μας η ικεσία – κλειδί του ληστή: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

«Πάντων ἡμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.»

Ὅλους ἐμᾶς μακάρι νὰ μᾶς θυμηθῆ Κύριος ὁ Θεὸς στὴ βασιλεία του, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες.

῾Η εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» τῆς Μεγάλης Εἰσόδου 

1. ῾Η Μεγάλη Εἴσοδος, δηλαδὴ ἡ λιτανευτικὴ μεταφορὰ τῶν Τιμίων Δώρων καὶ ἡ προσφορά τους στὸ Θυσιαστήριο, ἐγνώρισε τρεῖς διαδοχικὲς φάσεις ἐξελίξεως. 

2. Πρώτη φάσις (ἀρχαϊκὴ) 
α. ῾Η Εἴσοδος γίνεται ἀρχικῶς μὲ ἕναν ἁπλούστατο τρόπο, χωρὶς ἰδιαιτέραν πομπὴ καὶ χωρὶς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ νεκροῦ χρόνου τῆς μεταφορᾶς τῶν Δώρων νὰ ψάλλεται τίποτε. 
β. Στὴν Εἴσοδο συμμετέχουν μόνον οἱ Διάκονοι: διαλέγουν ἀπὸ τὶς πολλὲς προσφορὲς τοῦ Λαοῦ τὰ κατάλληλα γιὰ τὴν Θυσία δῶρα καὶ τὰ μεταφέρουν ἐν ἀπολύτῳ σιγῇ στὸ Θυσιαστήριο, πρὸ τοῦ ὁποίου τὰ ὑποδέχεται καὶ παραλαμβάνει, ὅπως σήμερα, ὁ ᾿Επίσκοπος. 

3. Δευτέρα φάσις 
α. Βραδύτερον, δηλαδὴ κατὰ τὸν Ϛʹ αἰῶνα, ἀναπτύσσεται ἡ διαδικασία προετοιμασίας τῶν Τιμίων Δώρων, ἡ δὲ μεταφορὰ καὶ προσφορά τους στὸ Θυσιαστήριο προσλαμβάνει πανηγυρικὸ καὶ ἐπίσημο χαρακτῆρα, γίνεται μία πραγματικὴ λιτανεία μὲ μεγάλη λαμπρότητα. 
β. Λαμβάνουν πλέον μέρος εἰς αὐτὴν οἱ ῾Ιερεῖς, ὁ κατώτερος κλῆρος καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ μὲ τὴ ἀκολουθία του, οἱ ὁποῖοι διέρχον- ται τὸν Ναὸ ἐν τελείᾳ σιγῇ. 
γ. Ταυτοχρόνως, προκειμένου νὰ καλυφθῆ ὁ νεκρὸς χρόνος τῆς μεταφορᾶς, ψάλλεται ἕνα ᾿Αντίφωνο, τὸ πιθανώτερο ὁ Ψαλμὸς ΚΓʹ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν χερουβικὸ ὕμνο, ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸν Ψαλμὸ ΚΓʹ, ποὺ εἶναι τὸ σημερινὸ Χερου- βικὸ ἢ ἄλλοι ἀντίστοιχοι κατὰ περίπτωσιν: «Σιγησάτω πᾶσα σὰρξ βροτεία...», «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν...», «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ...». 

4. Τρίτη φάσις 
α. Οἱ ῾Ιερεῖς καὶ οἱ Διάκονοι, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λιτανείας καὶ ψαλλομένου τοῦ χερουβικοῦ ὕμνου, «εὔχονται καθ᾿ ἑαυτοὺς» ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ ἢ λέγουν μυστικῶς ἢ ψάλλουν καθ᾿ ἑαυτοὺς γνω- στοὺς ἀπὸ μνήμης Ψαλμοὺς (τὸν Νʹ ἢ τὸν ΚΓʹ) ἢ στίχους Ψαλμῶν ἢ τροπάρια ἢ ῞Υμνους, ὅπως τὸ τρισάγιον (ὑπάρχει σχετικὸς ὑπαι- νιγμὸς στὸ Χερουβικό: «τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες» ) καὶ τὶς Κυριακὲς τὸ «᾿Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...». 
β. ᾿Απὸ τὸν ΙΒʹ αἰῶνα καὶ ἑξῆς ἐπεκράτησε νὰ διακόπτεται τὸ Χερουβικὸ καὶ νὰ εὔχωνται οἱ εἰσοδεύοντες μεγαλοφώνως ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ, λέγοντες τὴν εὐχή: «Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». 
γ. ῾Η εὐχὴ αὐτὴ ἐλέγετο ἢ κατὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ Βῆμα ἢ στὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἢ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λιτανευτικῆς μεταφορᾶς τῶν Δώρων, πρᾶξις ἡ ὁποία καὶ τελικῶς ἐπεκράτησε καὶ ἐφαρμόζεται σήμερα.

5. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραφὴ «ὑμῶν» (μὲ ὕψιλον) εἶναι προφανῶς ὀρθοτέρα, διότι ἡ εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» ἀπευθύνεται ἀπὸ τοὺς εἰσοδεύοντας Κληρικοὺς «πρὸς τὸν λαὸν» καὶ γίνεται «ὑπὲρ πάντων», δηλαδὴ τῶν συμπαρόντων καὶ συνευχομένων στὴν Θεία Λειτουργία. 
• Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ ὁ ῞Αγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης: 
ὁ Διάκονος καὶ οἱ ῾Ιερεῖς, «περιδραμόντες τὸν Ναὸν καὶ ἐπευξάμενοι τῷ Λαῷ, εἰσέρχονται εἰς τὸ Θυσιαστήριον, τοῦ ᾿Αρχιερέως πάντες ὑπερευχόμενοι, ὅτε καὶ οὐχ ἑτέρας εὐχῆς, ἀλλὰ τῆς Βασιλείας μέμνηνται τοῦ Θεοῦ» (PG τ. 155, στλ. 728BC). 

6. Κατὰ τὴ διέλευσι τοῦ Ναοῦ, ὁ Διάκονος καὶ ὁ ῾Ιερεὺς καὶ οἱ δύο διαδοχικῶς καὶ ἐπανειλημμένως ηὔχοντο «πρὸς τὸν λαὸν» μὲ μικρὲς παραλλαγὲς κάθε φορά, ὡς ἑξῆς: 
— «Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς...». 
— «Μνησθείη ὑμῶν Κύριος ὁ Θεὸς...». 
— «Μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς πάντων ὑμῶν...». 
— «Μνησθείη πάντων ὑμῶν Κύριος ὁ Θεὸς...». 

7. ᾿Εξειδίκευσις τῆς γενικῆς αὐτῆς εὐχῆς ἐγίνετο, ὅταν παρίστατο ὁ ῾Ηγούμενος στὶς Μονὲς («Τῆς ῾Ιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς...» ) ἢ καὶ ἄλλοι ῾Ιερεῖς («Τῆς ῾Ιερωσύνης ὑμῶν μνησθείη...» ), ἰδιαιτέρως δὲ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἀρχιερατικῆς λειτουργίας («Τῆς ᾿Αρχιερωσύνης σου...» ). 

8. Βάσει τῶν ἀνωτέρω προτείνονται οἱ ἑξῆς βελτιώσεις τῆς συγ- χρόνου τάξεως: 
α. Νὰ μὴ λέγεται μόνον μία φορὰ τὸ «Πάντων ὑμῶν...» ὑπὸ τοῦ Διακόνου μὲ τὸν γνωστὸ μακρόσυρτο τρόπον, ὅταν μάλιστα δια- τρέχωνται μεγάλοι Ναοί. 
β. Νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ εὐχὴ «Πάντων ὑμῶν...» διαδοχικῶς στὶς ποικίλες της μορφὲς (βλ. § 6). 
γ. ῾Η διαδοχικὴ ἐπανάληψις ὅλων τῶν μορφῶν τῆς εὐχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀκόμη καὶ ὅταν εἰσοδεύη μόνον ὁ Διάκονος ἢ καὶ ἕνας ῾Ιερεὺς οὕτως, ὥστε νὰ ἀποφεύγεται τὸ ἀκαλλὲς μακρόσυρτον τῆς ἀπαγγελίας καὶ νὰ διασώζεται τὸ ἱεροπρεπές. 
δ. ῾Ο τρόπος αὐτὸς τῆς ἀπαγγελίας τῆς εὐχῆς «πρὸς τὸν λαὸν» ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἀρχαιοτέρα παράδοσι (διασωζωμένην σήμερα στὸ ῞Αγιον ῎Ορος), τὸ ἱεροπρεπέστερον καὶ τὸ αἰσθητικῶς καλλίτερον. 
ε. Νὰ ἀποφεύγεται αὐστηρῶς ἡ αὐθαίρετος διεύρυνσις τῆς ἀρχαιοπαραδότου, συντόμου, λιτῆς και ἱεροπρεποῦς εὐχῆς: 
«Πάντων ὑμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», διὰ τῆς ἐρασιτεχνικῆς καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν προσθήκης ἄλλων φράσεων, ὅπως λ.χ. «...καὶ πάντων τῶν εὐσεβῶν καὶ ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν...» κ.ἄ., διότι τοιουτοτρόπως παραποιεῖται τὸ ἀρχικὸ νόημα τῆς εὐχῆς, ἀφορώσης μόνον τὸν συμπαρόντα καὶ συνευχόμενο καὶ συμπροσφέροντα Λαόν. 
ϛ. ῾Η εὐκρινὴς ἀναγραφὴ τῶν διαφόρων παραλλαγῶν τῆς εὐχῆς «Πάντων ὑμῶν...» σὲ ἀριθμημένα χαρτονίδια, ὥστε νὰ φέρουν αὐτὰ κατὰ τάξιν καὶ ἀναγινώσκουν οἱ εἰσοδεύοντες Κληρικοί, μέχρι τῆς ἀσφαλοῦς ἀπομνημονεύσεώς των, θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον. 
ζ. ῞Οταν παρίστανται ἄλλοι Κληρικοὶ στὴν Θεία Λειτουργία ἁπλῶς συμπροσευχόμενοι, οἱ εἰσοδεύοντες Διάκονοι καὶ ῾Ιερεῖς ὁπωσδήποτε νὰ τοὺς ἀπευθύνουν χαμηλοφώνως τὴν εὐχὴ «Τῆς ῾Ιερωσύνης σου...» ἢ «Τῆς (῾Ιερο)διακονίας σου...», ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα καὶ τιμητικῆς φιλοφρονήσεως καὶ στὴν ὁποία θὰ ἀπαντήση ὁμοίως ὁ τιμώμενος. 

9. Παραπέμπουμε στὰ ἑξῆς ἐνδεικτικὰ κείμενα: 
α) ᾿Ιωάννου Μ. Φουντούλη, ᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ᾿Απορίας, τ. Γʹ (201-300), σελ. 101-102, § 237, Θεσσαλονίκη 1976. [Βλ. σχετικὲς ἀναφορές: αὐτόθι, σελ. 205, §§ 290-292· τ. Βʹ (101-200), σελ. 137, § 170, Θεσσαλονίκη 1975, ἔκδοσις βʹ].
 
β) ᾿Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Βυζαντιναὶ Θεῖαι Λειτουργίαι Βασι- λείου τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Κείμενα Λειτουργικῆς 12, σελ. 32, Θεσσαλονίκη 1976. 

γ) Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν ᾿Αθήναις Κώδικας, ᾿Αθῆναι 1935, σελ. 81-82. δ) ῾Ιεροδιακονικόν, ἐκδόσεις «Πανσέληνος», Καρυαὶ-῞Αγιον ῎Ορος 1989, σελ. 52. ε) ῾Ιερατικὸν (Βʹ), ἔκδοσις ῾Ιερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, ῞Αγιον ῎Ορος 1992, σελ. 115.

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

«Σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε,
καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν.»


Δεν είναι το χρέος μας τούτος ο ύμνος. Είναι το ξέσπασμα της καρδιάς μας μπροστά στην απεραντοσύνη της αγάπης Του και της καταδεκτικότητάς Του.

Τον υμνούμε, Τον ευλογούμε και Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό που είναι, αλλά και γι’ αυτό που μας έκανε να είμαστε: λειτουργικά όντα.

Προχωρώντας τη Λειτουργική πορεία, φτάνουμε στα κράσπεδα του Θείου Φωτός, αγγίζουμε τους πρόποδες του Θαβωρείου. 

Τι να πεις; 
Πώς να εκφράσεις το μεγαλείο της στιγμής;

«Ο Θεός ημών»: ο δικός μας, ο οικείος. Γι’ αυτό και τολμούμε να προχωρούμε. Γι’ αυτό κι αποκτούμε το θάρρος να δεόμεθα, να επικαλούμαστε την κάθοδο του Πνεύματος «εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα».

Όλοι μαζί υμνούμε, ευλογούμε, ευχαριστούμε και δεόμεθα, ως παιδιά προς πατέρα, ως φθαρτοί προς άφθαρτον.

Κι Εκείνος έρχεται, αθόρυβα και ουσιαστικά επιτελώντας το θαύμα της μεταμόρφωσης των πάντων δι’ ημών. 

«Κύριε ελέησον».
Από το βιβλίο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος – Μετόχι Ι. Μονής Μαχαιρά