Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

«Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν...»

Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Ὅταν ἡ θεία Κοινωνία τελειώνει, ὅλα μέσα στὸ Ναὸ εἶναι φωτεινὰ καὶ γεμάτα γαλήνη.
Δὲν ἦταν μικρὸ τὸ δῶρο ποὺ λάβαμε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κυρίου. Μᾶς ἀξίωσε τῆς μεγίστης τιμῆς νὰ Τὸν κοινωνήσουμε, νὰ Τὸν βάλουμε ἐντός μας, νὰ Τὸν ἔχουμε «κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν»
Δὲν ἦταν μικρὸ τὸ δῶρο ποὺ λάβαμε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κυρίου. Μᾶς ἀξίωσε τῆς μεγίστης τιμῆς νὰ Τὸν κοινωνήσουμε, νὰ Τὸν βάλουμε ἐντός μας, νὰ Τὸν ἔχουμε «κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». 
Μᾶς χάρισε διὰ τῆς θείας Κοινωνίας τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μᾶς ἔδωσε τὴν ἐγγύηση γιὰ τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν, μᾶς ἔκανε χριστοφόρους, θεοφόρους.Χρέος μας νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη καὶ μὲ ἐγκάρδια εὐγνωμοσύνη.
Ὁ λειτουργὸς ἱερέας ἀπευθύνει θερ­μὴ δέηση στὸ Θεό: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Σῶσε, Κύριε καὶ Θεέ μας, τὸν λαό Σου καὶ εὐλόγησε αὐτοὺς ποὺ σὰν κλῆρο ξεχώρισες ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ εἶναι δικοί Σου.
Καὶ οἱ δικοί Του, ὁ πιστὸς λαός, σὲ ὕ­­φος πανηγυρικὸ καὶ χαρμόσυνο ψέλνει: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πί­­­­στιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσ­κυνοῦντες, αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν».
Εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς αὐτὴ ἡ ἀπάντησή μας, ἡ ἀπάντηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ φωτισμένου καὶ ἁγιασμένου διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Κοινωνίας.
Βεβαιώνουμε μὲ τὴ λαμπρὴ ὁμολογία μας ὅτι εἴδαμε διὰ τῆς πίστεως τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ ἀληθινὸ φῶς. Τὸν εἴδαμε νὰ μᾶς διδάσκει κατὰ τὴν ὥρα «τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου», καὶ μὲ τὰ θεϊκά Του λόγια φωτίσθηκαν οἱ καρδιές μας καὶ ὁ νοῦς μας.Κατεξοχὴν ὅμως μὲ τὴ θεία Κοινωνία ­δεχθήκαμε μέσα μας τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. 
Ἡ ψυχή μας ἑνώθηκε μὲ τὸν Ἥλιο τῆς ­Δικαιοσύνης. Ὁ νοῦς μας περιλάμπεται ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς. Ὁ Χριστὸς ποὺ κοινωνήσαμε ἔγινε φῶς, εἰρήνη, χαρά, ζωή, τροφή μας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαλύει τὰ ­σκο­τάδια τοῦ κόσμου, τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Ἀνοίγει τοὺς οὐρανούς, μᾶς δείχνει τὸν χῶρο τῆς ἐπου­ράνιας Βασιλείας, ἐκεῖ «ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς» τοῦ Χριστοῦ.
Ψάλλοντας τὸ «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» βεβαιώνουμε ἀκόμη ὅτι ἐλάβαμε διὰ τῆς θείας Κοινωνίας Πνεῦμα ἐπουράνιο, ὅτι βρήκαμε τὴν ἀληθινὴ πίστη, μὲ τὸ νὰ προσκυνοῦμε τὸν ἐν Τριάδι Θεό μας, διότι αὐτὴ ἡ πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα μᾶς ἔσωσε.
Αὐτὸ σημαίνει πὼς μὲ τὸ ὕψιστο αὐτὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἐρχόμαστε σὲ κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα, γινόμαστε «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β΄ Πέτρ. α΄ 4). Ἡ θεία Μετάληψη ἐκεῖνον ποὺ μετέχει σωστὰ τὸν ἑνώνει μὲ τὸν ἐν Τριάδι Θεό.
Ἔτσι, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γίνεται ὁ συνεκτικὸς δεσμός, διὰ τοῦ Ὁποίου ὁ ἀπρόσιτος ἐν Τριάδι Θεὸς ἔρχεται σὲ κοινωνία καὶ σχέση μὲ τὴν πεπερασμένη καὶ ἀσθενικὴ ἀνθρώπινη φύση μας καὶ τὴ μεταβάλλει σὲ ἔμψυχο ναὸ καὶ κατοικητήριό Του. Τὸ βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, λέγοντας ὅτι ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος Τὸν ἀγαπᾶ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του, θὰ τὸν ἀγαπήσει ὁ ἐπουράνιος Πατέρας Του, καὶ ὁ ἐν Τριάδι Θεὸς θὰ κατοικήσει μέσα του: «πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄ 23).
❁ ❁ ❁
Ἕνας ὕμνος! Πόσες σπουδαῖες καὶ βαθιὲς ἔννοιες περιέχει! Πόσες φορὲς τὸν εὐχαριστήριο αὐτὸν ὕμνο τὸν ἔψαλαν τὰ χείλη μας, συγκινήθηκαν οἱ ψυχές μας καὶ μὲ θέρμη τὸν ἀπευθύναμε στὸν Τριαδικὸ Θεό! 
Μακάρι καὶ ἡ ζωή μας, τὸ φωτεινὸ παράδειγμά μας νὰ βεβαιώνει τὶς ἀλήθειες τοῦ ὕμνου αὐτοῦ κάθε φορὰ ποὺ τελειώνει ἡ θεία Λειτουργία καὶ ­ἀποσυρόμαστε ὁ καθένας μας στὸ χῶρο καὶ στὰ ἔργα του.
osotir

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

«Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου»

Ακούμε στη Θεία Λειτουργία κάθε φορά την εκφώνηση του λειτουργού «Στῶμεν καλῶς · στῶμεν μετὰ φόβου» και στη συνέχεια «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» ψάλλει ο χορός.
.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας εννέα είναι τα ουράνια τάγματα: Σεραφείμ - Χερουβίμ - Θρόνοι - Κυριότητες - Δυνάμεις - Εξουσίες - Αρχαί – Αρχάγγελοι - Άγγελοι.
Και κατά τον άγιο Γρηγόριο προ του ουρανού και της γης κτίστηκαν από το Θεό οι άγγελοι. Οι άγγελοι είναι διάκονοι του Θεού και υπηρέτες σε έργα και στη δοξολογία.

Τους αποστέλλει ο Θεός σε έργα ή να παραλάβουν ψυχές ή να υπηρετήσουν αγίους του ή να υποδείξουν εν ονόματι του Θεού το θέλημα του Θεού ή να φρουρήσουν κάθε άνθρωπο. Επίσης δοξολογούν ακατάπαυστα το Θεό και την άπειρη δύναμή του.

Ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους και τους έχει στην εξουσία του.
Ο ένας απ’ αυτούς ο εωσφόρος, ο πρωί ανατέλλων κατά τον Ησαΐα (14,12) και ο πρώτος των αγγέλων υπερηφανεύτηκε και είπε: «Θα ανεβώ στον ουρανό, απάνω από τα αστέρια του ουρανού θα τοποθετήσω το θρόνο μου, θα καθίσω επάνω σε ψηλό βουνό… θα ανεβώ επάνω από τα σύννεφα και θα είμαι όμοιος με τον Ύψιστο».
Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε την πρώτη ανταρσία εναντίον του Θεού του ο εωσφόρος. Αλλά αμέσως συντρίφθηκε στη γη, λέγει ο Προφήτης, και ο εωσφόρος και όλο του το τάγμα.
Και άλλοι κατέβηκαν στον άδη, άλλοι στο νερό και άλλοι στον αέρα.
Σ’ αυτή τη κρίσιμη ώρα του ουρανού κατά την οποία έπεφταν ένας-ένας οι άγγελοι από το σχισμένο ουρανό, εμφανίστηκε ο αρχάγγελος Μιχαήλ που ανδραγάθησε κατά των δαιμόνων γι αυτό και αρχιστράτηγος κατέστη. 

Σύμφωνα με την αποκάλυψη (Αποκ. 12, 7-9) «έγινε πόλεμος στον ουρανό. Ο Μιχαήλ και οι άγγελοι του αντιπαρατάχθηκαν για να πολεμήσουν εναντίον του δράκοντος (του εωσφόρου) και των αγγέλων του.
Αλλά δεν τα κατάφερε ο δράκοντας, «ουκ ίσχυσε, ούτε βρέθηκε τόπος να παραμείνει πλέον στον ουρανό. Και ρίχτηκε ο δράκοντας, ο όφις ο μέγας ο αρχαίος, ο διάβολος και σατανάς, αυτός που πλανεύει όλη την οικουμένη, ρίχτηκε στη γη και μαζί μ’ αυτόν και οι άγγελοι του». Μ’ αυτά τα λόγια περιγράφει η αποκάλυψη την ήττα και την πτώση του δράκοντος και διαβόλου και τη νίκη του αρχιστρατήγου Μιχαήλ.
Η αρχαία παράδοση μνημονεύει ότι εκείνη την τραγική ώρα της πτώσεως ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ στάθηκε στη μέση των αγγελίκων ταγμάτων και είπε: «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού». Και αμέσως στάθηκαν στη θέση τους οι άγγελοι και άρχισαν να ψάλλουν: «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου».
Ομολόγησαν την εξουσία και τη δύναμη του Θεού Πατρός και σταθεροποιήθηκαν στη διακονία Του πλησίον Του.
Αυτό το θρίαμβο των αγαθών πνευμάτων με πρωτοστάτη τον αρχάγγελο Μιχαήλ πανηγυρίζομε στις 8 Νοεμβρίου.

Από τότε ο δράκων, ο όφις, ο διάβολος πλανεύει την οικουμένη. «Οι αποστάτριες δυνάμεις του, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, είναι δημιουργοί της κακίας με την αποφυγή του καλού και πρόξενοι της δυστυχίας μας».
Από την αλήθεια αυτή περί των αγγέλων και των δαιμόνων, έτσι όπως προκύπτει από τη διδασκαλία της εκκλησίας μας δύο τινά διδασκόμαστε.

Ότι οι αγαθοί άγγελοι, όπως στάθηκαν τότε πιστοί διάκονοι του δημιουργού τους, έτσι πιστά υπηρετούν και τους ανθρώπους μέσα στην κοπιαστική επίγειο ζωή τους.
Και το άλλο που μνημονεύουν οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος να έχομε υπόψη μας: «εάν, λέγει, ο Θεός δε λογάριασε ακόμα και τους αγγέλους, όταν αμάρτησαν, αλλά αλυσοδεμένους τους έριξε στο σκοτάδι και στο τάρταρο μέχρι να δικαστούν κατά την ημέρα της κρίσεως, πόση κρίση και καταδίκη δεν επιφυλάσσει σ' αυτούς που σύρονται από τη σάρκα και περιφρονούν την υπέρτατη εξουσία και το μεγαλείο του Θεού;».
...........

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Τρισάγιος ύμνος: «Άγιος ο Θεός ...»
Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου


«Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».
(Άγιος ο Θεός ο Πατέρας, άγιος ισχυρός ο Υιός, άγιος αθάνατος το Άγιο Πνεύμα· ελέησέ μας.)

Η πίστη της Εκκλησίας είναι θεμελιωμένη στην προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Μαζί με το Ευαγγέλιο, μαζί με τον Ιησού Χριστό Άγγελοι ήρθαν στη σύναξή μας· σ’ ένα χορό λοιπόν τώρα μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο. 
.
Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι εκείνος που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας να ψάλλουν ακατάπαυστα οι Άγγελοι γύρω από το θρόνο του Θεού· «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ο ίδιος ύμνος, σε μια κάπως διαφορετική διατύπωση της Εκκλησίας, ψάλλεται τώρα, σαν ένα τέταρτο Αντίφωνο, πριν από την ανάγνωση των θείων Γραφών· «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».
*
Ύστερα από το τελευταίο τροπάριο του τρίτου Αντιφώνου, ο λειτουργός ιερέας προσκαλεί σε προσευχή την ιερή σύναξη με γνωστά λόγια· 

«Του Κυρίου δεηθώμεν». 
Έπειτα ακολουθεί η ευχή και μετά την εκφώνηση ψάλλεται ο Τρισάγιος Ύμνος. Αλλά εδώ, για διάφορους λόγους, συμβαίνει μια ακαταστασία, που καταστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Πριν να διαβάσει την ευχή, ο ιερέας λέει την εκφώνηση, οι ψάλτες αρχίζουν να ψάλλουν τον ύμνο κι ο ιερέας διαβάζει μυστικά την ευχή. 
Έτσι γίνεται τάχα οικονομία χρόνου, αλλ’ όμως και η εκφώνηση δεν γίνεται στη θέση της και η γεμάτη ιερά νοήματα ευχή δεν ακούεται από τους πιστούς. 
Και η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου, σύμφωνα με τον γενικό τύπο των ευχών χωρίζεται σε δύο μέρη· στο πρώτο μέρος υμνείται η μεγαλοσύνη του Θεού και στο δεύτερο διατυπώνονται τα αιτήματα της εκκλησιαστικής σύναξης.
«Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος, ο τρισαγίω φωνή υπό των Σεραφείμ ανυμνούμενος και υπό των Χερουβείμ δοξολογούμενος και υπό πάσης επουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος· ο εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγών τα σύμ­παντα· ο κτίσας τον ανθρωπον κατ’ εικόνα σην και ομοίωσιν και παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ο διδούς αιτούντι σοφίαν και σύνεσιν και μη παρορών αμαρτάνοντα· ο καταξιώσας ·ημάς τους ταπεινούς και αναξίους δούλους σου και εν τη ώρα ταύτη στήναι κατ ενώπιον της δόξης του αγίου σου θυσιαστηρίου και την οφειλομένην σοι προσκύνησιν και δοξολογίαν προσάγειν». 

 Ως εδώ είναι το πρώτο μέρος της ευχής, που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως έτσι. 
«Ο άγιος Θεός, εσύ που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους, που σε ανυμνούν τα Σεραφείμ με τον τρισάγιο ύμνο και σε δοξολογούν τα Χερουβείμ και σε προσκυνάει κάθε επουράνια δύναμη· που από το μηδέν δημιούργησες τα σύμπαντα· που έπλασες τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική σου και τον στόλισες με κάθε χάρισμά σου· που σε όποιον ζητάει δίνεις σοφία και φρονιμάδα και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρταίνει, αλλά έβαλες να υπάρχει μετάνοια για να σωθεί· που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου σ’ αυτήν εδώ την ώρα να σταθούμε μπροστά στη δόξα της αγίας σου Τράπεζας και να προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δοξολογία που σου πρέπει».

Προχωρούμε τώρα στο δεύτερο μέρος της ευχής
«Αυτός Δέσποτα, πρόσδεξαι και εκ στόμα­τος ημών των αμαρτωλών τον Τρισάγιον Υμνον και επίσκεψαι ημάς εν τη χρηστότητί σου· συγχώρησον ημίν παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα· και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τας ημέρας της ζωής ημών πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων». 

Μεταφράζομε και το δεύτερο αυτό μέρος της ευχής· 
«Εσύ Δέσποτα, δέξου κι από μας τους αμαρτωλούς τον Τρισάγιο Ύμνο, κι έλα κοντά μας μέσα στην καλωσύνη σου· συχώρεσέ μας κάθε αμάρτημα θελημένο ή αθέλητο· αγίασέ μας τις ψυχές και τα σώματα και δώσε μας καθαροί και άγιοι να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου κι όλων των Αγίων, που έκαναν το θέλημά σου από τότε που υπάρχει ο κόσμος». 
Ύστερα από την ευχή, φυσικά εδώ γίνεται η εκφώνηση· 
«Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». 
Γιατί άγιος είσαι ο Θεός μας κι εμείς εσένα δοξάζομε, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες.
*
Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ευχές της θείας Λειτουργίας και για το περιεχόμενό της και για την ιερότητα του λόγου. Ας επαναλάβουμε σε μια σύντομη περίληψη τα νοήματα της ευχής. 
Ο Θεός είναι ο άγιος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση στους αγίους ανθρώπους, που τον υμνούν και τον δοξολογούν οι ουράνιοι άγγελοι. Είναι ο δημιουργός του κόσμου κι ο πλάστης του ανθρώπου· δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν κι έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική του, να είναι δηλαδή κι ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως κι ο Θεός είναι πρόσωπο, και σαν πρόσωπο για να γίνει όμοιος με το Θεό. 
Ο Θεός στόλισε τον άνθρωπο με κάθε χάρισμα κι είναι εκείνος που μας αξίωσε και τώρα να τον δοξολογούμε. Αυτά όλα εξ’ ονόματος της σύναξης ο ιερέας τα λέει πρόσωπο προς πρόσωπο στο Θεό, για να προχωρήσει στα αιτήματα. Εσύ λοιπόν, Θεέ μας, δέξου από μας τον Τρισάγιο Ύμνο, συχώρεσέ μας τα αμαρτήματα, αγίασέ μας ψυχικά και σωματικά και αξίωσέ μας να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή. Όλα τα αιτήματα αυτά η ιερή σύναξη τα ζητάει από το Θεό, προβάλλοντας όπως πάντα την πρεσβεία της Θεοτόκου κι όλων των Αγίων.
.
Οι χοροί των ψαλτών στην εκφώνηση του ιερέα απαντούν με το «Αμήν» κι αρχίζουν να ψάλλουν αντιφωνικά τον Τρισάγιο Ύμνο. «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». 

Αυτός ο ύμνος, καθώς γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο ουράνιος χορός των Αγγέλων και ο επίγειος χορός των ανθρώπων ενώνονται σε μια ακατάπαυστη δοξολογική ανύμνηση του Θεού». 
Ό,τι γίνεται στον ουρανό μιμείται η Εκκλησία στη γη· κάθε μέρα στην κάθε λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας γίνεται η ίδια αδιάλειπτη Λειτουργία επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη.
Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι από τους πιο γνωστούς και τους πιο αγαπητούς ύμνους της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε ποια ήταν η «σύμφωνος ευτονία», για την οποία γράφει ο άγιος Μάξιμος, γιατί εμείς τώρα μόνο κατά παράδοση ξέρουμε τη μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. 
Τα πιο παλιά χειρόγραφα της εκκλησιαστικής μουσικής δεν είναι παραπάνω από χιλίων χρόνων, μα κι αυτά δεν μπορούμε σίγουρα να τα διαβάσουμε. Όμως αυτό το «κατά παράδοσιν» που λέμε έχει μεγάλη αξία, γιατί η παράδοση είναι ζωντανή συνέχεια στην Εκκλησία, που πάντα σώζει μέσα της πολλή αλήθεια. 
Μόνο που θα πρέπει να φροντίζουμε η ψαλμωδία στην Εκκλησία να είναι όσο μπορεί πιο απλή και, θα λέγαμε, δωρική. Σχετικά με τον Τρισάγιο Ύμνο θα πρέπει να λείψουν οι μακρές και ολωσδιόλου αταίριαστες στην ορθόδοξη λατρεία φωνές και μελωδίες, που δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να δείξουν την καλλιφωνία και την τέχνη των ψαλτών.
*
Με τον Τρισάγιο Ύμνο συνδέονται κάποια όχι και πολύ αρχαία τελετουργικά έθιμα, που θα πρέπει κι αυτά να λείψουν, χωρίς το πράγμα να θεωρηθεί ασέβεια. Όλα αυτά, συνδεόμενα με την παρουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα στη θεία Λειτουργία, έκτος που δεν έχουν πια θέση, αλλά και ξοδεύουν ώρα, ώστε να μη μένει πια καιρός για το κήρυγμα και να μην υπάρχει άνεση χρόνου για τη θεία Λειτουργία. Γιατί η Λειτουργία καλά-καλά δεν άρχισε, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στον πρόλογο. 
Ύστερα από την είσοδο του Ευαγγελίου με τον Τρισάγιο Ύμνο, προετοιμάζουμε την ανάγνωση των Γραφών, από την οποία αρχίζουν να κάνουν λόγο όλα τα αρχαία λειτουργικά κείμενα. 
Ο Τρισάγιος Ύμνος, που δεν ήταν από την αρχή, αλλά μπήκε μεταγενέστερα στη θεία Λειτουργία, είναι ο ύμνος που η Εκκλησία «κατά πάσαν έναρξιν ύμνου Θεού τούτον προ πάντων πλατεί στόματι καθηγείται». Στην αρχή κάθε Ακολουθίας, μετά το «Βασιλεύ ουράνιε…», μεγα­λόστομα υμνούμε πάντα την Αγία Τριάδα. «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Προσκομιδή: Η σημασία της μνημόνευσης των ονομάτων

Η αξία της μνημονεύσεως ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων κατά την ακολουθία της προθέσεως, τη γνωστή μας προσκομιδή, είναι πολύ μεγάλη. 

.
«Η θεία χάρη που αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο υπέρ υγείας αλλά και υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού.
Όσο περισσότερη είναι η πίστη και η αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος ο κατάλογος των ονομάτων που μνημονεύουν στην προσκομιδή.
Ο παπα-Σάββας ο πνευματικός, μια οσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν με το μικροσκοπικό του σώμα, ένας άσημος καλόγερος. Όταν όμως λειτουργούσε φαινόταν μεγαλοπρεπής, και το πρόσωπο του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή μνημόνευε ονόματα «ων ουκ έστιν αριθμός»! Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο και για δυο τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.
- Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.
- Δεν κουράζομαι απαντούσε εκείνος. Αντίθετα αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Η ωφέλεια τους είναι η χαρά μου.


Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη με την οποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια που αποκομίζουν οι ψυχές από την μνημόνευση. Την κατέγραψε λίγο πριν την κοίμηση του σαν απάντηση σ' εκείνους που τον ρωτούσαν για ποιο λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα».

«Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα για να κάνω σαρανταλείτουργο. Τη μέρα που θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου να πάρω καιρό, αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το εξής αποκαλυπτικό όραμα:
«Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας γεμάτος με το Αίμα του Χριστού. Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως να παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και να πλησιάζει στην Αγία Τράπεζα. Εκεί, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι που τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί. Μετά τη Θεία Λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γέροντά μου κι εκείνος μου είπε: «Εσύ δεν είσαι άξιος για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων που μνημόνευσες. Με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους». Αυτό το όνειρο είναι η αιτία που μνημονεύω τα ονόματα όλων» 

orthmad

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Ο άρχων του κόσμου τούτου είναι ο Μαμωνάς. Αυτός έχει καταλύψει με τις φτερούγες του τον κόσμο. Το σιχαμερό είδωλό του προσκυνιέται απ΄ όλους τους ανθρώπους, ακόμα κι΄ από κείνους που φαίνεται πως προσκυνάνε άλλα είδωλα. Ναι! Γιατί όλα τα είδωλα, στο βάθος παριστάνουνε τον Μαμωνά, κι΄ όλων των ειδών οι ειδωλολάτρες, αυτόν λατρεύουνε. 

Τα είδωλα της ματαιοδοξίας, της περηφάνειας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της αιματοχυσίας, όλα δορυφορούνε το μεγάλο είδωλο του Μαμωνά, του αρχισατανά, του Παρά, που κυβερνά τα πάντα. 
Όλα αυτά τα σιχαμερά είδωλα θρέφουνται απ΄ αυτόν τον μέγαν εξουσιαστή, που τον έβαλε ο Χριστός αντίμαχο στον Θεό, λέγοντας πως ο άνθρωπος έναν από τους δυο μπορεί να λατρεύη, ή τον Θεό, ή τον Μαμωνά. 
Λοιπόν, αυτός σήμερα είναι ο βασιλέας της οικουμένης, κ΄ οι υποταχτικοί του, τα καταχθόνια πνεύματα, δουλεύουνε κάτω από τις προσταγές του, και μπαίνουνε στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων, και τους κάνουνε τρελλούς. Κι΄ αυτή η παραφροσύνη, σαν να είναι πια η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τόσο, που να περνά για αφύσικο τέρας κανένας άνθρωπος που έχει ακόμα μέσα του τη βλογημένη φρονιμάδα και σεμνότητα με την οποία μας στόλισε ο Δημιουργός και που ανάβει στην ψυχή του το μυστικό καντήλι της συνέσεως. «Ο άνθρωπος, λέγει ο Δαυϊδ, ενώ πλάσθηκε τιμημένος, δεν το κατάλαβε. Ανακατεύθηκε με τα ζώα τα άλογα, κ΄ έγινε σαν και κείνα»: «Άνθρωπος, εν τιμή, ων, ου συνήκε. Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις, και ομοιώθη αυτοίς». Αντί να κρύβονται από ντροπή, καυχιούνται για τις ανοησίες που κάνουνε αυτοί οι δαιμονισμένοι από το δαιμόνιο του Μαμωνά.

Πολλοί απ΄ αυτούς, σαν χορτάσουνε κολυμπώντας στα πετρέλαια και στις μπενζίνες, αλλάζουνε τα μαμωνάδικα παιχνίδια τους, κ΄ επιδίνουνται στο να μαζεύουνε ακριβά πετράδια, αρχαία δακτυλίδια και μονέδες, παλιά βιβλία και έργα της τέχνης. Μα πάντα πίσω απ΄ αυτά δεν υπάρχει καμμιά αγάπη, ούτε και η ψεύτικη αγάπη του λεγόμενου φιλότεχνου, αλλά πάντα ο πολυλατρεμένος Μαμωνάς. 
Προχθές διάβασα πως κάποιος αφέντης του παρά, ένας Έλληνας, που έχει πολλά παπόρια, αγόρασε μια ζωγραφιά, και την πλήρωσε με τόσα εκατομμύρια, όσα θα γλυτώνανε από τη μαύρη δυστυχία χωριά ολόκληρα με πεινασμένους ανθρώπους. Αυτή η ζωγραφιά ήτανε έργο ενός φημισμένου ζωγράφου που τον λέγανε Γκογκέν, και που ήτανε φραντσέζος, κ΄ έζησε μιαν ελεεινή ζωή, ως που στο τέλος πέθανε σ΄ ένα νησί του Ωκεανού, στο Ταϊτί, σαν σκύλος ψωριασμένος. 
Τότε, κανένας από τους τέτοιους ανόητους, δεν πλήρωνε πεντάρα για τα έργα του Γκογκέν, και για τον ίδιον, γιατί δεν είχε δώσει το σύνθημα η μυστική καμόρρα που διευθύνει αυτά τα πράγματα, και που βαφτίζει αριστουργήματα όσα έργα θέλει, ας είναι και τιποτένια. 
Τώρα όμως, αφού πέθανε στη ψάθα του Ταϊτί ο Γκογκέν, οι τέτοιοι καταχθόνιοι ψεύτες δώσανε το πιστοποιητικό πως τα έργα του είναι αριστουργήματα, για να τα πουλήσουνε στους μαμωνάδες και να τα φάνε. Κι΄ ο μέγας φιλότεχνος, αγόρασε ένα, το πιο ακριβό, κ΄ ίσως το χειρότερο, και γράψανε οι εφημερίδες, και ξακούσθηκε στην οικουμένη. 
Μάλιστα, μαζί με το αριστούργημα, πουλήθηκε κ΄ ένα γράμμα από κείνα που είχε γραμμένα ο ζωγράφος από το Ταϊτί, κλαιγόμενος για την φτώχια του, κι΄ αυτό το πεινασμένο γράμμα πουλήθηκε για χίλιες λίρες! Χαίρε βάθος αμέτρητον! Λοιπόν δεν είναι τρελλή η ανθρωπότητα; 
Κ΄ εμείς, οι λίγοι που δεν φθάσαμε σ΄ αυτή τη θαυμάσια κ΄ ένδοξη πνευματική κατάσταση, ήμαστε, για τους τέτοιους, κάποια απολιθώματα που απομείναμε μέσα στην εξέλιξη της σημερινής ζωής, είμαστε οι τρελλοί γι΄ αυτούς τους τρελλούς.

Αυτό μου θυμίζει το παρακάτω παραμύθι, που έχει βαθύ νόημα: 
Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, άνθρωπος γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πούχε στην εξουσία του. Είχε κι΄ έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρη τη γνώμη του. Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: 
«Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο-τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξη ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζης, για να κάνης το χρέος σου από τώρα». 
«Και τι είν΄ αυτό το τρελλό νερό βεζίρ εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό, αποκρίθηκε ο βεζίρης, λέγεται τρελλό νερό, επειδή όποιος το πιη, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται, και θα κάνη πράγματα παλαβά κι΄ ανάποδα απ΄ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τούδωσε ο Θεός, κ΄ έτσι θα πέση στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κ΄ εμείς οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήση τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τι θα κάνουμε, βεζίρ-εφέντη;» 
«Είναι ανάγκη πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κ΄ εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τους κρέμασε στον λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για τη ζωή τους». 
Ο Σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουνε καλό νερό στις στέρνες του παλατιού. Στον διωρισμένο καιρό, που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα νερό τρελλό, και πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους, και τα βλέπανε όλα ανάποδα, το καλό το λέγανε κακό, το γνωστικό το λέγανε τρελλό, το τρελλό το λέγανε σωστό, το δίκιο, άδικο, το άδικο δίκιο. 
Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κ΄ έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό κόσμο. Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτήτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πως γινήκανε άδικοι και κακούργοι. 
Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι΄ ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο. Τότε, βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: 
«Βεζίρ-εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ΄ αυτούς τους παλαβούς, και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή θα πιούμε κ΄ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε τρελλοί σαν κι΄ αυτούς και μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ να μας συγχωρέση που θα χαθή η αλήθεια, μ΄ αυτό που θα κάνουμε». 
Έτσι κ΄ έγινε. Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης ήπιανε από το τρελλό νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τους δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιη οι σημερινοί άνθρωποι, και γι΄ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε ή θα πιούμε κ΄ εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Του Φώτη Κόντογλου

Ο ασπασμός της αγάπης: «Αγαπήσωμεν αλλήλους ...»

«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»
(Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, 
για να ομολογήσουμε με ομόνοια.)
..........
Πιο συγκεκριμένα και με τρόπο πιο αισθητό πρέπει να δείξουμε τώρα την ειρηνευμένη κατάσταση της ψυχής μας· με μια πράξη, που είναι ο ασπασμός, το άγιο φίλημα της αγάπης· γι’ αυτό ο λειτουργός προτρέπει μεγαλόφωνα·
«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»· 
ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια. 
Η ίδια προτροπή του λειτουργού, στον αρχαιότερο τύπο της θείας Λειτουργίας ακούεται με αυτά τα λόγια, που είναι του αποστόλου Παύλου από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω», φιληθείτε μεταξύ σας με άγιο φίλημα. 
Ο ασπασμός αυτός τώρα γίνεται μόνο μεταξύ των λειτουργών ιερέων, στην αρχαία όμως εποχή με τον ίδιο τρόπο έδιναν φίλημα αγάπης μεταξύ τους και οι πιστοί, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι ο θειος αυτός ασπασμός φανερώνει «την πάντων προς πάντας και προς εαυ­τόν εκάστου πρότερον και τον Θεόν ομονοίας τε και ομογνωμοσύνης και αγάπης ταυτότητα»· ότι όλοι δηλαδή και πρώτα ο καθένας με το Θεό είναι δεμένοι μεταξύ τους με την αγάπη και την ομόνοια και με την ίδια γνώμη.

Ο ασπασμός της θείας Λειτουργίας γίνεται σύμφωνα με την εντολή του Ιησού Χριστού στην «επί του Όρους» ομιλία, 
«Εάν πρόσφερες το δώρον σου επί το θυσιαστήριον και εκεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον και ύπαγε πρώτον και διαλλάγηθι τω άδελφώ σου· και τότε προσελθών πρόσφερε το δώρον σου». 
Για να προσφέρουμε δώρα στο Θεό για τη θεία Λειτουργία, για να έχουμε θέση στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας και για να μπορούμε να πλησιάσουμε στο ποτήριο της θείας Κοινωνίας, είναι ανάγκη να είμαστε συμφιλιωμένοι πρώτα με το Θεό κι υστέρα με όλους τους ανθρώπους. 
«Ουκούν το φίλημα διαλλαγή έστι», κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «και διά τούτο άγιον»· το φίλημα, που γίνεται στη θεία Λειτουργία, είναι σημείο πως μεταξύ μας δεν υπάρχει και δεν μας χωρίζει καμμιά έχθρα και διαφορά, γι’ αυτό και δεν είναι όπως τα συνηθισμένα φιλήματα, άλλα φίλημα άγιο.

Όταν από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα γίνεται ο ασπασμός της αγάπης, ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» και ψάλλει· 

«Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον» 
Αυτή είναι μια σύντομη και επιγραμματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως. Αλλά όταν γίνεται συλλείτουργο, και μάλιστα όταν λειτουργεί επίσκοπος, τότε ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους» και ψάλλει· «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου· Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου». Είναι ο πρώτος στίχος του δεκαεπτά ψαλμού, που με δικά μας απλά λόγια θέλει να πει· «Εσένα, Κύριε, αγαπώ και συ είσαι η δύναμή μου· εσύ με στηρίζεις, και στη δύσκολη την ώρα σε σένα καταφεύγω και συ με γλυτώνεις». Η μία απόκριση των ψαλτών είναι ομολογία πίστεως και η άλλη ομολογία αγάπης.

Αλλά μετά την γενική αυτή ομολογία θα ακολουθήσει τώρα το ιερό «Σύμβολο της πίστεως». Ο λειτουργός εκφωνεί «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμενί». Και ακολουθεί, καθώς πάλι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει, «η του θείου συμβόλου της πίστεως γινομένη παρά πάντων ομολογία». 

Μετά την βεβαίωση της αγάπης η ομολογία της πίστεως· γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως πιστεύουμε στο Θεό, αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας· γιατί πιστεύω στο Θεό θα πει αγαπώ το Θεό. Μα πώς μπορείς να πεις πως αγαπάς το Θεό που δεν τον βλέπεις, όταν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που κάθε μέρα είναι μπροστά σου;

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Ὀπισθάμβωνος ευχή: Ο επίλογος της Θείας Λειτουργίας

Ονομάζεται η ευχή που μεγαλόφωνα και εμμελώς απαγγέλλει ο ιερεύς ενώπιον της εικόνας του Ιησού Χριστού στο τέλος της Θείας Λειτουργίας.
Ονομάστηκε «πισθάμβωνος ευχή» γιατί στους πρωτο-χριστιανικούς χρόνους η ευχή αυτή διαβαζόταν πίσω από τον Άμβωνα, που την εποχή αυτή βρισκόταν στο μέσον σχεδόν του ναού, που κατά τον Καβάσιλα σημαίνει 
«την βαθμιαίαν κατάβασιν του ιερέως από της μετά Θεού υψηλής συναντήσεως εις την των ανθρώπων και αύθις ομιλίαν και κοινωνίαν». 
Δηλαδή, ενώ ο ιερεύς βρισκόταν κοντύτερα με το Θεό μέσα στο άγιο Βήμα, τώρα στη μέση του ναού, κοντύτερα στους ανθρώπους. 
Η Ὀπισθάμβωνος ευχή ανακεφαλαιώνει όλα τα αιτήματα της Θείας Λειτουργίας και αποτελεί τον επίλογό της.
Μ. Βασιλείου
Ὁ θυσίαν αἰνέσεως καὶ λατρείαν εὐάρεστον, τὴν λογικὴν ταύτὴν καὶ ἀναίμακτον θυσίαν προσδεχόμενος παρὰ τῶν ἐπικαλουμένων σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ, Ἀμνὸς καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ μόσχος ὁ ἄμωμος, ὁ μὴ δεχόμενος ἁμαρτίας ζυγὸν καὶ τυθεὶς δι' ἡμᾶς ἑκών, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, τοὺς δὲ ἐσθίοντας ἁγιάζων, ὁ εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ἑκουσίου Πάθους σου, καὶ τῆς ζωοποιοῦ τριημέρου Ἐγέρσεώς σου, κοινωνοὺς ἡμᾶς ἀναδείξας τῶν ἀρρήτων καὶ ἀναδείξας τῶν ἀρρήτων καὶ ἐπουρανίων καὶ φρικτῶν σου Μυστηρίων, τοῦ ἁγίου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος, τήρησον ἡμᾶς τοὺς δούλους σου, τοὺς διακόνους, τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν, τὸν στρατόν, καὶ τὸν περιεστῶτα λαόν, ἐν τῷ σῷ ἁγιασμῷ. 
Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ καιρῷ μελετᾶν τὴν σὴν δικαιοσύνην, ὅπως, πρὸς τὸ σὸν θέλημα ὁδηγηθέντες καὶ τὰ εὐάρεστά σοι ποιήσαντες, ἄξιοι γενώμεθα καὶ τῆς ἐκ δεξιῶν σου παραστάσεως, ὅταν ἐλεύσῃ κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. 
Τοὺς ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἀδελφοὺς ἡμῶν ἀνάρρυσαι, τοὺς ἐν ἀσθενείᾳ ἐπίσκεψαι, τοὺς ἐν κινδύνοις θαλάσσης κυβέρνησον, καὶ τὰς προαναπαυσαμένας ψυχὰς ἐπ' ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου ἀνάπαυσον, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς σῆς βοηθείας ἐπάκουσον, ὅτι σὺ εἶ ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου. 
Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον, ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου. 
Σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. 
Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου. 
Ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.