Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Ποιοι ήταν οι Δώδεκα Μαθητές - Απόστολοι του Χριστού μας;
"Twelve Apostles"

"Twelve Apostles"
 Ο όρος απόστολος σημαίνει πρωταρχικά «απεσταλμένος, πρεσβευτής», ενώ μια πιο ειδική σημασία και ευρύτερα χρησιμοποιούμενη είναι «απεσταλμένος παρά του Θεού».
Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ο όρος δήλωνε κάθε απεσταλμένο για την εκπλήρωση συγκεκριμένης αποστολής ή τον αγγελιαφόρο.
 Ο ίδιος ο Ιησούς έστειλε τους μαθητές του ως αντιπροσώπους του στον κόσμο και με το κήρυγμά τους να καλέσουν κοντά στο Θεό όχι μονάχα Ισραηλίτες αλλά και εθνικούς ("ειδωλολάτρες").
Από την Καινή Διαθήκη μαθαίνουμε τα ονόματα των 12 μαθητών του Ιησού, τους οποίους ο ίδιος ονόμασε αποστόλους (Λκ. 6:13):

Απόστολος είναι ο Πέτρος,
 
ο κορυφαίος των Αποστόλων, ο οποίος προηγουμένως ονομαζόταν Σίμων. Ήταν έγγαμος ψαράς, αγράμματος, αδελφός του Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, από τη Βηθσαϊδα της Γαλιλαίας, υιός του Ίωνα.
Αυτόν τον Απόστολο μακάρισε ο Κύριος και τον ονόμασε Πέτρο, ενώ την πίστη του αποκάλεσε πέτρα πάνω στην όποια αποφάσισε να οικοδομήσει την Εκκλησία Του.
«Μακάριος ει, Σΐμων Βαριωνα... συ ει Πέτρος, καί έπι ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. ιστ', 17, 18).
Κήρυξε το Ευαγγέλιο πρώτα στην Ιουδαία και στην Αντιόχεια , ακολούθως στη Μικρά Ασία και κατέληξε στη Ρώμη.
Επειδή εκεί νίκησε με υπερφυσικό τρόπο το μάγο Σίμωνα, σταυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα κατακέφαλα, (πάνω τα πόδια - κάτω το κεφάλι), όπως ό ίδιος το ζήτησε καί έτσι έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου, μεταξύ των ετών 66 και 69, αφού άφησε δύο καθολικές επιστολές στην Εκκλησία του Χριστού.
 
Δεύτερος είναι ο Ανδρέας, 
 
ο Πρωτόκλητος, ο αδελφός του Πέτρου.
Υπήρξε νωρίτερα μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, αλλά τον εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τον Χριστό. Προσέλκυσε καί τον αδελφό του λέγοντας: «Εύρήκαμεν τον Μεσσίαν».
Θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κων/πόλεως.
Κήρυξε το Ευαγγέλιο σε όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Μαύρης θάλασσας, Βιθυνίας καί Βυζαντίου. Αργότερα μέσω Θράκης καί Μακεδονίας κατήλθε μέχρι την Αχαΐα.
Στήν Πάτρα έκανε πολλά θαύματα. Εκεί η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό.
Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον οδήγησε στο μαρτύριο με σταυρικό θάνατο, πιθανώς την εποχή του διωγμού του Νέρωνα. Το λείψανό του έθαψε με ευλάβεια ο πρώτος επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής. Το λείψανο του μετά από πολλά χρόνια μεταφέρθηκε στο Ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως.
 
Τρίτος Απόστολος είναι ο Ιάκωβος,
γιος του Ζεβεδαίου (Ματθ.4,21. Μαρκ.1,19. 3,17. Λουκ.5,10) και της Σαλώμης (Ματθ.20,20.Μαρκ.15,40.16,1) και πρεσβύτερος αδελφός του μαθητού και Ευαγγελιστού Ιωάννου (Μαρκ.5,37). Καταγόταν και αυτός από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας.
Ασχολούνταν με την αλιεία στη λίμνη της Γενησαρέτ, μαζί με τον Ιωάννη, έχοντας μαζί τους και τον πατέρα τους, καθώς και πολλούς εργάτες το Ευαγγέλιο σ' ολόκληρη την Ιουδαία.
Μεγάλο πλήθος ανθρώπων μεταστρέφονταν στη νέα πίστη και άλλαζε τρόπο ζωής χάρις στο έργο του Ιακώβου. Αυτό θορύβησε ιδιαίτερα τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, με διαταγή του Ηρώδη Αγρίππα, το 44 μ.Χ. (Πράξ.12,2). Ο Ιάκωβος είναι ο πρώτος μάρτυρας μεταξύ των Αποστόλων. Η μνήμη του εορτάζεται από την Ορθόδοξη εκκλησία στις 30 Απριλίου.
 
Τέταρτος είναι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος, 
 
αδελφός του Ιακώβου. Είναι ο συγγραφέας του τετάρτου και εκτενούς ευαγγελίου καθώς και ο συγγραφέας του βιβλίου της Αποκαλύψεως και τριών καθολικών επιστολών. Πήρε την ονομασία θεολόγος εξ αιτίας των υψηλών θεολογικών νοημάτων του ευαγγελίου που συνέγραψε και συγκεκριμένα της σημαντικής χριστολογίας που ανέπτυξε.
Υπήρξε από τους πλέον αγαπημένους μαθητές του Κυρίου, ο οποίος διακρινόταν για την αγάπη του και για το οικουμενικό πνεύμα της διδασκαλίας του.
Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία. Εξορίστηκε στην Πάτμο, όπου πλήθη απίστων προσήλθαν στο Χριστιανισμό. Όταν επέστρεψε στην Εφεσο αναπαύθηκε εν ειρήνη (περίπου 95 χρονών).
 
Πέμπτος Απόστολος του Χριστού είναι ο Φίλιππος.
Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία (Λυδία και Μυσία), μαζί με τον Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη.
Βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Ιεράπολη της Φρυγίας, καθώς τρυπήθηκε στους αστραγάλους και καρφώθηκε σ' ένα ξύλο. Λόγω σεισμού πού ακολούθησε οι συνοδοί του αφέθησαν ελεύθεροι.
 
Έκτος είναι ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ.

Δίδαξε το Χριστιανισμό στους Ινδούς και μαζί με τον Ιούδα στην Αρμενία. Οι δυο τους θεωρούνται θεμελιωτές της Αρμενικής Εκκλησίας. Μαρτύρησε στην Ουρβανούπολη με σταυρικό θάνατο, με το κεφάλι προς τα κάτω, κατά διαταγή του βασιλιά Αστυάγη.
Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του καί έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.
 
Έβδομος Απόστολος είναι ο Θωμάς 
Ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και, όπως και άλλοι μαθητές, ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Εγκατέλειψε το επάγγελμά του και ακολούθησε το Χριστό, όταν εκείνος του το ζήτησε.
Ήταν από τους ένθερμους μαθητές, όμως μετά την ανάσταση ολιγοπίστησε και δεν πίστεψε ότι ο Χριστός αναστήθηκε, παρά μόνον όταν ψηλάφισε στα χέρια Του τα σημάδια της Σταύρωσης, στη δεύτερη εμφάνιση του Χριστού στους μαθητές μετά την ανάσταση Του.Κατά τη χριστιανική παράδοση, μετά από Θεία Παρέμβαση ταξίδεψε ως την Ινδία, όπου ξεκίνησε το ιεραποστολικό του έργο, προσηλυτίζοντας και βαπτίζοντας Χριστιανούς πολλούς ειδωλολάτρες.
Κατόπιν ταξίδεψε ανατολικότερα, όπου βασίλευε κάποιος με το όνομα Μίσδιος. Εκεί ο Θωμάς συνέχισε την ιεραποστολή, όταν βάπτισε όμως τη γυναίκα και τα παιδιά του Μίσδιου, εκείνος οργίστηκε και έδωσε εντολή να θανατωθεί ο Άγιος. Το σώμα του έθαψαν οι Χριστιανοί της περιοχής και κατά την παράδοση στον τάφο του γίνονταν πολλά θαύματα.
Το ιερό λείψανο του Αγίου Θωμά παρέμεινε εκεί έως ότου ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 το λείψανο μεταφέρθηκε στη Ρώμη, μαζί με τα λείψανα άλλων Αγίων που εκλάπησαν ως λάφυρα κατά την Δ' Σταυροφορία.Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Θωμά στις 6 Οκτωβρίου.
       
Ογδοος είναι ο Ματθαίος, ο Τελώνης, αδελφός του Ιακώβου του Αλφαίου.
Καταγόταν από την Γαλιλαία και εργαζόταν ως τελώνης, δηλ. φοροεισπράκτορας.
Κάποια ημέρα που ο Ιησούς περνούσε από την Καπερναούμ, όπου ο Ματθαίος κατοικούσε, τον είδε και γνωρίζοντας την εσωτερική του ψυχή του ζήτησε να Τον ακολουθήσει. Ο Ματθαίος χωρίς δεύτερη σκέψη άφησε την εργασία του και από τότε ήταν δίπλα Του. 
Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους καί Μήδους στους οποίους ίδρυσε Εκκλησία, μετά από πολλά θαύματα πού έκανε σ' αυτούς. Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή και τη δράση του Ματθαίου. Αν και μεταγενέστερες παραδόσεις μιλούν για μαρτυρικό θάνατο στην πυρά ή εκτέλεση με ξίφος, η πιθανότερη εκδοχή είναι αυτή του Ηρακλείωνα την οποία παραθέτει ο Κλήμης Αλεξανδρείας και αναφέρει ότι ο Ματθαίος πέθανε από φυσικό θάνατο.
 
Ένατος είναι ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου, αδελφός του Λευί δηλ. του Ματθαίου.

Λέγεται και Ιάκωβος ο μικρός, προς διάκριση από τον Ιάκωβο το μεγάλο, τον αδελφό του Ιωάννου, αλλά και προς διάκριση από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. 
Ο Απόστολος Ιάκωβος, o υιός του Αλφαίου, ήταν ένας εκ των μαθητών και αποστόλων του Ιησού Χριστού. Για τη δράση του και τη θέση του στην στην αρχέγονη εκκλησία δε γνωρίζουμε τίποτα, αφού η αρχαία παράδοση σιωπά. Κατά το βιογράφο του Νικήτα Παφλαγόνα, κήρυξε το ευαγγέλιο στη Γάζα, την Ελευθερούπολη και τις γειτονικές περιοχές και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην Αίγυπτο στην πόλη Οστρακίνη.
Ο ίδιος μνημονεύεται από όλους τους Ευαγγελιστές πάντοτε στην ένατη θέση του αποστολικού κύκλου και διακρίνεται σαφώς τόσο από τον έτερο Ιάκωβο, υιό του Ζεβεδαίου, όσο και από τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, παρά τις όποιες προσπάθειες ταυτίσεως έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Οκτωβρίου.

Δέκατος Απόστολος είναι ο Σίμων ο Κανανίτης δηλ. ο Ζηλωτής.
Ονομάζεται Κανανίτης λόγω της καταγωγής του από την Κανά της Γαλιλαίας.
Τα προσωνύμια Κανανίτης και Ζηλωτής του αποδίδονται για να διακρίνεται από τον άλλο Σίμωνα που υπήρχε μεταξύ των αποστόλων, το Σίμωνα Πέτρο.
Για τον απόστολο Σίμωνα δε διασώζονται πολλές πληροφορίες. Εικάζεται ότι ήταν ζηλωτής, εξ ου και το προσωνύμιο. Σύμφωνα με την παράδοση της εκκλησίας κήρυξε στην Περσία, στην Αίγυπτο και στη Μαυριτανία, ενώ μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο στην Ιερουσαλήμ ή στη Βρετανία, σύμφωνα με άλλη πηγή.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 10 Μαΐου.
 
Ενδέκατος είναι ο Ιούδας Ιακώβου, τον οποίο ο Ματθαίος ονομάζει Λεββαίο ή Θαδδαίο.
Ο Απόστολος αυτός αναφέρεται ως 10ος στη σειρά μαθητής από τους Ματθαίο (10, 3) και Μάρκο (3,18), με τη διαφορά ότι ο Μάρκος τον αναφέρει ως Θαδδαίο.
Αναφέρεται επίσης από το Λουκά (6, 16) ως Ιούδας Ιακώβου. Ιούδας πιθανώς ήταν το κύριο όνομά του και το Λεββαίος-Θαδδαίος προσωνύμια που του αποδίδονταν και τα οποία σημαίνουν εύψυχος-θαρραλέος και ευρύστερνος-μεγάθυμος αντίστοιχα.
 Πληροφορίες για τη ζωή του αποστόλου δεν υπάρχουν, ενώ έγινε μία σχετικά εκτενής έρευνα από Καινοδιαθηκολόγους για να αποσαφηνιστεί η ταυτότητά του.
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο (PL 26, 61) ο Ιούδας, ο Λεββαίος και Θαδδαίος, κήρυξε στην Αρμενία φέροντας μάλιστα μαζί του και την Ιερή Λόγχη.
Μαρτύρησε στο Σαβαρχάμ, νοτιοανατολικά του όρους Αραράτ στην περιοχή Αραντάζ περί το 50, γι αυτό και η Αρμενική εκκλησία θεωρείται αποστολική, θεμελιωμένη στο αίμα του Αποστόλου Ιούδα. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις από τη Συρία ο Ιούδας μαρτύρησε στο Αραντ κοντά στη Βηρυτό. Τέλος κατά το Νικηφόρο Κάλλιστο ο Ιούδας κήρυξε το ευαγγέλιο αρχικά στην Ιουδαία, τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια και εν συνεχεία στη Συρία και τη Μεσοποταμία.
Πέθανε στην Έδεσσα (πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας, η σημερινή Ουρφά).Η μνήμη του εορτάζεται στις 21 Αυγούστου.
       
Δωδέκατος Απόστολος τον Χριστού είναι ο Ματθίας,
 
στη θέση του προδότη Ιούδα του Ισκαριώτη.
Ο Ματθίας δεν αναφέρεται στους καταλόγους των αποστόλων που αναφέρονται στα τρία Συνοπτικά Ευαγγέλια. Με βάση το πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων, μετά την Ανάληψη του Χριστού, ο Απόστολος Πέτρος πρότεινε στους περίπου 120 μαθητές, να επιλέξουν ένα προκειμένου να καλύψουν τη θέση του Ιούδα στον κύκλο των δώδεκα:
Πρότειναν δύο: τον Ιωσήφ, που τον έλεγαν Βαρσάββα και και που πήρε και το όνομα Ιούστος, και το Ματθία. Ύστερα προσευχήθηκαν και είπαν: «Εσύ, Κύριε, που ξέρεις τις καρδιές όλων, δείξε μας ποιόν από τους δύο αυτούς διάλεξες να αναλάβει τη θέση στο λειτούργημα αυτό και στην αποστολή που εγκατέλειψε ο Ιούδας και πήγε στη θέση που του άξιζε».
Ύστερα έβαλαν κλήρους με τά ονόματα τους, κι ο κλήρος έπεσε στο Ματθία, που προστέθηκε στους έντεκα αποστόλους.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 9 Αυγούστου.
-------------
Οι δώδεκα απόστολοι, που είχαν παρακολουθήσει την επίγεια δράση του Χριστού και είχαν μυηθεί στην αποστολή τους, ήταν οι κατεξοχήν μάρτυρες και κήρυκες της ανάστασης του Ιησού, γι' αυτό και κατείχαν μοναδική και ανεπανάληπτη θέση στην ιστορία της Εκκλησίας και στο έργο του ευαγγελισμού των εθνών.
Η Σύναξη των 12 Αποστόλων στα Ιεροσόλυμα, που περιγράφεται στις Πράξεις Αποστόλων (15:6-22) εορτάζεται στις 30 Ιουνίου από την Ορθόδοξη εκκλησία
 
orthodoxia

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο Άρειος Πάγος και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου
στους Αθηναίους της εποχής του!

Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν,
ὡς καί τινες τῶν καθ' ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν·
τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν.
"Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔφη· Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ·
23 διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, Ἀγνώστῳ θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.
24 ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ
25 οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα·
26 ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν,
27 ζητεῖν τὸν Κύριον εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα.
28 Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ' ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν.
29 γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον. 
30 τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς τὰ νῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν,
31 διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
32 Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου.
33 καί οὕτως ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν.
34 τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς".
(Πρ. 17, 22-34)

«Ώ άνδρες Αθηναίοι, σαν πιο ευλαβεστέρους καθ’ όλα και πιο θρήσκους από άλλους ανθρώπους σας βλέπω.
Και λέγω τούτο, διότι διαβαίνων τους δρόμους της πόλεως σας και εξετάζων προσεκτικά εκείνα, που λατρεύετε, βρήκα και ένα βωμό, εις τον οποίον είχε τεθεί η επιγραφή: «Αφιερούται ο βωμός αυτός εις τον άγνωστον Θεόν». Εκείνον, λοιπόν, τον Θεόν, που λατρεύετε, χωρίς να τον γνωρίζετε, αυτόν εγώ σας κηρύττω.
Ο Θεός, ο οποίος εποίησε τον κόσμον και όλα, όσα υπάρχουν μέσα εις τον κόσμον, αυτός μη εξαρτώμενος από κανένα άλλον, αλλ’ υπάρχων από τον εαυτόν του απόλυτος Κύριος του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί εις ναούς, που κατασκευάζονται από χέρια ανθρώπων, όπως είναι και οι μαρμάρινοι αυτοί ναοί, τους οποίους κατασκεύασαν οι καλλιτέχνες σας.
Ούτε υπηρετείται από χέρια ανθρώπων, σαν να εστερείτο και να είχεν ανάγκην από κάτι. Όχι δεν έχει ανάγκην από τίποτε, αφού αυτός δίδει εις όλα τα ζώντα δημιουργήματά του ζωήν και αναπνοήν και όλα όσα προς συντήρησιν της ζωής των χρειάζονται.
Και εποίησεν από ένα αίμα και από το αυτό πρωτόπλαστον ζεύγος όλα τα έθνη των ανθρώπων, δια να κατοικούν εις όλην την επιφάνειαν της γης. Και αυτός όρισε δια καθένα από τα έθνη αυτά χρόνους εκ προτέρου προσδιορισμένους υπό της προνοίας του δια την εμφάνισιν και εξαφάνισιν αυτών, καθώς και τα σύνορα της κατοικίας των.
Ο σπουδαιότερος δε σκοπός, δια τον οποίον εποίησεν ο Θεός τα έθνη, είναι να ζητούν αυτά τον Κύριον, εάν θα κατόρθωναν ψηλαφητά δια της σκέψεως να τον εύρουν, καίτοι αυτός υπάρχει όχι μακράν, αλλά πολύ πλησίον προς ένα έκαστον από ημάς.
Και είναι πολύ πλησίον μας, διότι μέσα εις αυτόν ως μίαν πνευματικήν ατμόσφαιραν ζούμε και κινούμεθα και υπάρχουμε, καθώς και μερικοί από τους δικούς σας ποιητές έχουν είπει ότι αυτού είμεθα και γενηά. Και είμεθα γενηά του, όχι διότι εβγήκαμεν από την ουσίαν του και είμεθα όλοι ένα με τον Θεόν, όπως το εννοούσε ο ποιητής σας Άρατος, αλλά διότι μας έπλασε κατ’ εικόνα του και μας αγάπησε ως οικείους του.
Αφού, λοιπόν, είμεθα γένος του Θεού και ελάβαμε παρ’ αυτού ζώσαν και πνευματικήν φύσιν, δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι η θεότης είναι ομοία προς τα άψυχα και τα νεκρά, προς χρυσόν δηλαδή ή άργυρον ή μάρμαρον, που έχουν χαραχθή και πελεκηθή υπό της γλυπτικής τέχνης και της καλλιτεχνικής φαντασίας και επινοήσεως ανθρώπου εις μαρμάρινα ή αργυρά ή χρυσά αγάλματα και είδωλα.
Όχι επί τόσους δε χρόνους, που οι άνθρωποι λατρεύουν τα άψυχα αυτά είδωλα, αγνοούν και εξευτελίζουν τον δημιουργόν τους και ασεβούν προς αυτόν. Τώρα λοιπόν τους μακρούς αυτούς χρόνους, κατά τους οποίους και σεις και τα άλλα έθνη είχατε άγνοιαν του αληθινού δημιουργού σας, παρέβλεψεν εις την μακροθυμίαν του ο Θεός και παραγγέλλει εις όλους τους ανθρώπους, που κατοικούν εις κάθε τόπον, να μετανοούν και να εγκαταλείψουν τα είδωλα και την ειδωλολατρικήν ζωήν και να επιστρέψουν εις τον αληθινόν Θεόν.
Πρέπει δε όλοι να μετανοήσουν, διότι ο Θεός όρισε ημέραν, κατά την οποίαν μέλλει να κρίνη την οικουμένην με δικαιοσύνην, δι’ ανδρός τον οποίον όρισε κριτήν. Ότι δε αυτός θα είναι κριτής όλων μας, έδωσε βεβαίαν την απόδειξιν περί τούτων ο Θεός αναστήσας τον άνδρα τούτον εκ νεκρών.

Αλλ’ όταν ήκουσαν ανάστασιν νεκρών, άλλοι μεν τον περιγελούσαν άλλοι δε είπαν: «Θα σε ακούσωμεν και πάλιν περί του θέματος αυτού».
Και έτσι ο Παύλος βγήκε από το μέσον του Αρείου Πάγου, που τον είχαν περικυκλώσει εκείνοι δια να τον ακούσουν. Μερικοί, όμως, άνθρωποι συνεδέθησαν και προσεκολλήθησαν μετ’ εμπιστοσύνης και ευλαβείας εις αυτόν και επίστευσαν εις το κήρυγμά του. Ήσαν δε μεταξύ τούτων και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και κάποια γυναίκα, που ελέγετο Δάμαρις και μερικοί άλλοι μαζί μ’ αυτούς».

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος - «Πάρε καὶ διάβασε»
Κατά πολλούς, ο σημαντικότερος φιλόσοφος του Μεσαίωνα

Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος ἐγεννήθηκε, στὶς 13 Νοεμβρίου 354 μ.Χ., στὴν Ταγάστη, πόλη τῆς ἀνθυπατικῆς Νουμιδίας τῆς Βορείου Ἀφρικῆς.

Ὁ πατέρας του, Πατρίκιος, κοινοτικὸς σύμβουλος στὴν Ταγάστη, ἐζοῦσε βίο ἔκλυτο καὶ ὡς ἐθνικὸς μόνο περὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του μεταστράφηκε στὴ Χριστιανικὴ πίστη ὑπὸ τῆς εὐσεβοῦς συζύγου του Μόνικας, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπὸ χριστιανικὴ οἰκογένεια καὶ ἦταν ὑπόδειγμα πιστῆς καὶ ἐνάρετης γυναικός.
Ὁ Αὐγουστίνος, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ νεώτερο ἀδελφὸ καὶ πιθανῶς καὶ ἀδελφή, ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα, τὴν ἐπιμέλεια, τὴ ζωηρὴ φαντασία καὶ τὴν εὐγενὴ φιλοδοξία του.
Μὲ τὴ φροντίδα τῆς μητέρας του νεώτατος κατατάχθηκε μεταξὺ τῶν κατηχουμένων καὶ ἀφοῦ συμπλήρωσε στὴν Ταγάστη τὴ στοιχειώδη μόρφωση, ἐστάλη ὑπὸ τοῦ πατρός του, ὁ ὁποῖος τὸν προόριζε γιὰ ρήτορα, στὰ γειτονικὰ Μάδαυρα καὶ στὴ συνέχεια, τὸ 371 μ.Χ., στὴν Καρχηδόνα, γιὰ συμπλήρωση τῶν σπουδῶν του. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ διεφθαρμένου περιβάλλοντος στὸ ὁποῖο ἐζοῦσε, ὁ νεαρὸς Αὐγουστίνος ἐξέκλινε σὲ βίο ἔκλυτο στὴν Καρχηδόνα καὶ ἤδη σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, τὸ 372 μ.Χ., ἀπέκτησε ἐξώγαμο παιδί, τὸν Ἀδεοδάτο. Ὁ μελέτη ὅμως τοῦ λατίνου φιλοσόφου καὶ ρήτορος Κικέρωνος τὸν συγκράτησε.
Ἀντίθετα ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἔκανε ἀκόμη σὲ αὐτὸν καμία ἐντύπωση.
Ὅπως λέγει ἀργότερα στὶς περίφημες Ἐξομολογήσεις του: «Δὲν ἤμουν ἄξιος οὔτε νὰ ἐμβαθύνω οὔτε νὰ εὐχαριστηθῶ στὴν ἁπλότητα ἐκείνη τῶν λόγων, τόσο νέα γιὰ μένα... Ἡ μόνη ἐντύπωση, ἡ ὁποία μοῦ ἔμεινε, ἦταν ὅτι τίποτε στὴ Βίβλο δὲν μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ πρὸς τὴ μεγαλοπρεπὴ εὐγλωττία τοῦ λατινικοῦ ρήτορος. Ἡ ματαιοδοξία μου περιφρονοῦσε τὴ φαινομενικὴ ταπεινότητα τῶν Γραφῶν καὶ οἱ ὀφθαλμοί μου ἦσαν πολὺ ἀσθενεῖς γιὰ νὰ διακρίνουν τί κρυβόταν σὲ αὐτές».
Ὅμως τὰ μεγάλα προβλήματα τοῦ κόσμου διαρκῶς ἀπασχολοῦσαν τὸ πνεῦμά του. Ἔτσι ἐνόμισε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ εὕρει λύση αὐτῶν στὴν ἱδρυθεῖσα ὑπὸ τοῦ Πέρσου Μάνη (215 – 276 μ.Χ.) αἵρεση τῶν Μανιχαίων.
Ἀφοῦ συμπλήρωσε τὶς σπουδές του στὴν Καρχηδόνα, ἐξάσκησε μὲ ἐπιτυχία τὸ ἐπάγγελμα τοῦ διδασκάλου τῆς γραμματικῆς. Γρήγορα ὅμως, ἀπὸ τὸ 383 μ.Χ., τόσο οἱ σπουδές του περὶ τὴν ἀστρονομία ὅσο καὶ ἡ κατανόηση περὶ τῆς ἐλλείψεως οἱασδήποτε πραγματικῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας στὸ Μανιχαϊσμό, συνετέλεσαν νὰ χάσει τὴν ἐκτίμηση τὴν ὁποία ἔτρεφε πρὸς τὴν αἵρεση, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ διαρρήξει κάθε σχέση πρὸς αὐτήν.
Κατὰ τὸ 383 μ.Χ. ὁ Αὐγουστίνος, ἀφοῦ ἄφησε τὴν Ἀφρική, ἦλθε στὴ Ρώμη καὶ μετὰ στὰ Μεδιόλανα, ὅπου μὲ τὴ σύσταση τοῦ Ρωμαίου ἔπαρχου Συμμάχου, διορίσθηκε διδάσκαλος τῆς ρητορικῆς. Ἡ μελέτη νεοπλατωνικῶν συγγραμμάτων, ὡς καὶ τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἰδίως δὲ ἡ ἀκρόαση τῶν κηρυγμάτων τοῦ περίφημου τότε Ἐπισκόπου Μεδιολάνων Ἀμβροσίου, ἐπέφεραν βαθμηδὸν στὴν ψυχή του μία μεταστροφὴ καὶ συνετέλεσαν στὴν ὁριστικὴ διακοπὴ οἱασδήποτε σχέσεώς του μὲ τὸ Μανιχαϊσμό.
Κατὰ τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 386 μ.Χ., σὲ ἡλικία τριάντα δύο ἐτῶν, εὑρισκόμενος στὸν κῆπο τῆς κατοικίας του καὶ διαλογιζόμενος τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπασχολοῦσαν, ἐνόμισε ὅτι ἄκουσε σὰν παιδικὴ φωνή, ἐπανειλημμένα νὰ λέγει πρὸς αὐτόν: «Πάρε καὶ διάβασε».
Ταραγμένος ἔσπευσε πρὸς τὸν κῆπο, ὅπου πρὶν λίγο εἶχε ἀφήσει τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καὶ ἀφοῦ τὶς εὑρῆκε, τὶς ἄνοιξε.
Τὰ μάτια του ἔπεσαν στὸ χωρίο τῆς πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς: «Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχήμονος περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ. Ἀλλ’ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε τὰς ἐπιθυμίας». Ὠς λέγει ὁ ἴδιος ὁ Αὐγπυστίνος: «Δὲν ἤθελα νὰ δῶ κάτι ἐπὶ πλέον καὶ δὲν ἦταν ἀναγκαῖο. Διότι μόλις ἐτελείωσα τὴν ἀνάγνωση τῶν λίγων αὐτῶν λέξεων καὶ ἀμέσως ἐχύθηκε στὴν καρδιά μου φῶς, τὸ ὁποῖο τῆς ἐχάρισε τὴν εἰρήνη καὶ ἀμέσως διαλύθηκε τὸ σκοτάδι, μὲ τὸ ὁποῖο τὴν περιέβαλαν οἱ ἀμφιβολίες μου».
......................
η συνέχεια εδώ: synaxarion

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Κυριακή των Αγίων Πάντων

Απόστολος Κυριακής: Εβρ. ια’ 33 – ιβ’ 2
Ἀδελφοί, οἱ ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν  Ἰησοῦν.

Αδελφοί, οι άγιοι Πάντες με την πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, επέβαλαν το δίκαιο, πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν από αδύνατοι ισχυροί, αναδείχτηκαν ήρωες στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα, γυναίκες ξαναπήραν πίσω στη ζωή τους ανθρώπους τους, κι άλλοι βασανίστηκαν ως το θάνατο, χωρίς να δεχθούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή. Άλλοι δοκίμασαν εξευτελισμούς και μαστιγώσεις, ακόμη και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν με μάχαιρα, περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, έζησαν σε στερήσεις, υπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις και κακουχίες ο κόσμος δεν ήταν άξιος να ’χει τέτοιους ανθρώπους. Πλανήθηκαν σ’ ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης. Όλοι οι παραπάνω, παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός, ο οποίος είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μην φθάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς. Έχοντας λοιπόν γύρω μας τόσο μεγάλη στρατιά Μαρτύρων, ας τινάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο και την αμαρτία που εύκολα μας εμπλέκει, κι ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί.


Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Οἱ Ἅγιοι Δέκα εν Αιγύπτω Μάρτυρες

Ημερομηνία Εορτής: 5 Ιουνίου

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀπόλλων, Ἄρειος, Γοργίας, Εἰρήνη, Λεωνίδης, Μαρκιανός, Νίκανδρος, Παμβών, Σεληνιὰς καὶ Ὑπερέχιος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἄθλησαν κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Ἀποτελοῦσαν ὅμιλο θεοφιλῶς ζώντων καὶ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ ἀγωνιζομένων πιστῶν.
Ἕνεκα τῆς θεοφιλοῦς αὐτῶν δράσεως συνελήφθησαν, ὁδηγηθέντες δὲ ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Ἀλεξανδρείας, ἀψηφοῦντες τὶς ἀπειλὲς καὶ ἀποκρούοντες τὶς δελεαστικὲς ὑποσχέσεις, παρέμειναν ἀκλόνητοι στὴν πρὸς τὸν Χριστὸ πίστη τους.
Κατόπιν τούτου διατάχθηκε ὁ ἐγκλεισμός τους στὴ φυλακὴ καὶ καταδικάσθηκαν στὸν ἐκ πείνας καὶ δίψας θάνατο. Οἱ Ἅγιοι ὑπέμειναν καρτερικὰ τὸ μαρτυρικὸ καὶ βραδὺ θάνατο, προσευχόμενοι καὶ δοξολογοῦντες τὸν Κύριο.
synaxarion.gr

Πεινώσι και διψώσιν αθληταίς δέκα,
Tρυφάς Θεός δίδωσι μη πληρουμένας.
Όλοι μαζί αποτελούσαν μια ομάδα χριστιανών, που ήξεραν όχι μόνο να πιστεύουν, αλλά και να πάσχουν, πρόθυμα και ευχάριστα για το Χριστό.
Καταγγέλθηκαν στον ειδωλολάτρη έπαρχο της Αλεξάνδρειας, και ομολόγησαν θαρραλέα την πίστη τους.
Μάταια αυτός έλπιζε ότι θα μπορούσε να εκφοβίσει τουλάχιστον τις γυναίκες, και να τις πείσει να προσφέρουν θυσία στα είδωλα. Υποσχέσεις και απειλές, συντρίφτηκαν μπροστά στη σταθερότητα της πίστης των γυναικών και γρήγορα διδάχτηκε, ότι ο σταυρός μπορεί ν' αναδεικνύει και γυναίκες γενναιότερες από άνδρες.
Τότε ο έπαρχος, διέταξε να θανατωθούν όλοι δια πείνας και δίψας. Μέρες ολόκληρες έμειναν νηστικοί και γυμνοί, εκτεθειμένοι στον ψυχρό χειμώνα.
Προκλητικότατα οι στρατιώτες, έπιναν και έτρωγαν τα καλύτερα φαγητά μπροστά τους. Αυτοί όμως, με θερμή και αδιάλειπτη προσευχή και δέηση προς τον Χριστό, αντιμετώπιζαν τη φρικτή και υπεράνθρωπη δοκιμασία.
Τελικά, άνδρες και γυναίκες, πέθαναν απαρασάλευτοι στην πίστη τους, ψάλλοντες το όνομα του Ιησού Χριστού.
saint.gr