Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

O Mυστικός κόσμος των εικόνων
Ανάλυση της Εικόνας του Ευαγγελισμού

Περιγραφή της εικόνας

Α) Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. 
Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. 
Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. 
Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. 
Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας.
.

Β) Η Θεοτόκος.  
Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. 
Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. 
Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). 
Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ’ άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.
Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.
Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξαν τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. 
Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. 
Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του Aρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. 
Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε,..........
Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ’ άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β’ στιχηρό του εσπερινού).
Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. 
Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου...». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.
Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».
 
Από το βιβλίο
«Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
(α’ τόμος)
Χρήστου Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία

περισσότερα στα enoriaka

Ο Ἀκάθιστος Ὕμνος και η Παναγία τῶν Βλαχερνῶν

Οι χαιρετισμοί τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου
στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν.

.
Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὅπως εἶναι γνωστός, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα φιλολογικὰ μνημεῖα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας καὶ Μουσικῆς 
Εἶναι ἕνας «ὕμνος», δηλαδὴ ἕνα σύνθεμα, μὲ προοίμιο καὶ 2 οἴκους μὲ διπλὸ ἐφύμνιο, ποὺ ἀκροστοιχίζουν ἀλφαβητικά, Α-Ω, καὶ ποὺ εἶναι κοινὰ γνωστὸ ὡς «Κοντάκιο».   
.
The Akathist Hymn to the
Most Holy Virgin Mother of God


Ψάλλεται ὁλόκληρος στὸν ὄρθρο τοῦ Σαββάτου τῆς Ε´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶνκαὶ τμηματικά, ἀνὰ 6 οἴκοι στὸ μικρὸ Ἀπόδειπνο, κατὰ τὶς πρῶτες 4 Παρασκευὲς τῶν ΝηστειῶνΣτὴν Κωνσταντινούπολη ὑπάρχει συνήθεια τὴν Γ´ στάση τοῦ Ὕμνου, δηλαδὴ τὴν Γ´ Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν, νὰ πηγαίνῃ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τοὺς πατριαρχικοὺς χοροὺς στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν καὶ νὰ ἀπαγγέλλῃ τοὺς οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου 
παράδοση αὐτή, ποὺ εἶναι μία ἀπότιση τιμῆς στὴ μνήμη τῶν γεγονότων τῆς σωτηρίας τῆς Πόλης μὲ τὴ θαυματουργικὴ βοήθεια τῆς ὑπερμάχου στρατηγοῦ Θεοτόκου καὶ τῆς πρώτης ψαλμώδησης τοῦ Ὕμνου «ὀρθοστάδην», προσδίδει μία λαμπρότητα στὴν ἀκολουθία, στὴν ὁποία συρρέουν πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Πόλης νὰ τὴν παρακολουθήσουνἌς πάρουμε ὅμως τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά τους.
.
Η  ΠΑΝΑΓΙΑ  ΤΩΝ  ΒΛΑΧΕΡΝΩΝ 
  .
Κοντὰ στὰ τείχη στὸ ἄκρο τοῦ Κερατίου κόλπου κὶ ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Πόλης ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία ἔκτισε ἕνα περιώνυμο ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου μεταξὺ τῶν ἐτῶν 450-453.  Ὁ αὐτοκράτορας Λέων Α´ (457- 474), ποὺ ἀποπεράτωσε τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ, ἔκτισε καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς ἁγίας Σοροῦ, στὸ ὁποῖο φυλασσόταν ἡ ἁγία Ἐσθῆτα, ὁ πέπλος κὶ ἕνα μέρος τῆς τιμίας Ζώνης τῆς ΘεοτόκουΜὲ προσθῆκες καὶ προσκτίσματα ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορες Ἰουστίνο Β´ (571) καὶ Ῥωμανὸ Γ´ Ἀργυρὸ (1028-1034) ὁ ναὸς καταστράφηκε τὸ 1070 ἀπὸ πυρκαγιάΞαναχτίστηκε τοὺς χρόνους τοῦ Ῥωμανοῦ Δ´ Διογένους (1067 - 1071) καὶ τοῦ Μιχαὴλ Ζ´ Δούκα (1071 - 1078), ἀλλὰ στὶς 29 Φεβρουαρίου 1434 καταστράφηκε ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ πυρκαγιά ποὺ προκάλεσαν πριγκιπόπουλα καὶ ἀρχοντόπουλα μὲ ἀναμμένο δαδὶ στὴν ξύλινη στέγη ὅπου κυνηγούσαν περιστέρια 
Στὴν ἴδια περιοχὴ κοντὰ στὸ ναὸ χτίστηκαν μεγαλόπρεπα βασιλικὰ παλάτια καὶ πολλὲς φορὲς οἱ παλατιανοὶ ἔμεναν ἐκεῖ καὶ γιόρταζαν μέ λαμπρότητα διάφορες γιορτέςΓιὰ τὸ λόγο αὐτὸ καὶ γιὰ τὶς πολλὲς παννυχίδες ποὺ γίνονταν στὶς Βλαχέρνες διαμορφώθηκε ἕνα ξεχωριστὸ Τυπικὸ τελετουργικῶν διατάξεωνΠολλοὶ αὐτοκράτορες ἐξεδήλωσαν τὴν εὐλάβειά τους στὴν Παναγία τὴν Βλαχερνιώτισσα, ὅπου μάλιστα στέφθηκαν αὐτοκράτορες καὶ πρίγκιπεςΤὸ 1285 ἔγινε τοπικὴ Σύνοδός ποὺ κατάγγειλε τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ ἔγινε στὴ Σύνοδο τῆς Λύωνος (1274).
.
Μὲ τὶς Βλαχέρνες εἶναι συνδεδεμένη ἡ θαυματουργικὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν Ἀβαρῶν καὶ Περσῶν τὸ καλοκαίρι τοῦ 626, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν Ἀράβων – Σαρακηνῶν, ἕναν αἰῶνα ἀργότερα, τὸ καλοκαίρι, πάλι, τοῦ 718.  Μὲ τὶς δύο αὐτὲς πολιορκίες συνδέθηκε καὶ ἡ ψαλμώδηση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας συντελέστηκε τὸ θαῦμα.  Ὁ τύπος τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας παριστάνει τὴν Θεοτόκο ὄρθια μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια σὲ δέηση καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ζωγραφισμένη σὲ ἐγκόλπιο στὰ στήθια της, ὅπως βρισκόταν στὸ νότιο τεῖχος τοῦ ναοῦ.
Τὴν ἄγρυπνη προστασία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν ἀπηχεῖ κὶ ἕνα τροπάριο, γραμμένο σὲ 15σύλλαβο στίχο καὶ ἀφιερωμένο στὴ Βλαχέρνα μὲ ἀκροστιχίδα, ἀπὸ τὸν μελουργὸ Μανουὴλ Ἀργυρόπουλο στὶς ἀρχὲς τοῦ ιε´ αἰῶνα, σὲ ἀπειλούμενες δεῖνες περιστάσεις, ποὺ τὸ μεταφέρω κὶ ἐδῶ.
Β   Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν, παντάνασσα παρθένε,
Λ   Λαὸν πιστὸν καὶ κλῆρόν σου καὶ πόλιν μὴ παρίδῃς,
Α   ἀργύπνοις ὄμμασιν ἡμᾶς ἀεὶ περιφρουροῦσα,
Χ   χειρῶν ἀθέων λυτρῶσαι, πικρὰς αἰχμαλωσίας.
Ε   Ἐκτεῖνον χεῖρας, ἀγαθή, πρὸς τὸν ἔκ σου τεχθέντα.
Ρ   Ῥῆξον χειρόγραφον δείνων πολλῶν ἁμαρτημάτων,
Ν   Νεῦσον ἐξ ὕψους εὐμενῶς ἡμῶν τῇ παρακλήσει,
Α   Ἀντιλαβοῦ τῶν δούλων σου, θεογεννῆτορ κόρη.
κτὸς ἀπὸ τὸν μεγαλόπρεπο ναὸ καὶ τὰ ἀνάκτορα τὸ κτιριακὸ σύνολο στὶς Βλαχέρνες συμπλήρωναν τὸ παρεκκλήσι τῆς ἁγίας Σοροῦ καὶ τὸ Λούσμα, ὅπου μετέβαιναν οἱ αὐτοκράτορες κάθε Παρασκευή. Ὁ Ναός, τὸ Παρεκκλήσι καὶ τὸ Λούσμα ἐπικοινωνούσαν μὲ ἐσωτερικὲς πόρτες. Ὁ σημερινὸς Ναὸς καὶ τὸ Ἁγίασμα εἶναι πολὺ μεταγενέστερο κτίσμα, ποὺ ὕστερα ἀπὸ τὶς καταστροφὲς τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1955 ἐπισκευάσθηκε κὶ ἔλαβε τὴ σημερινή του μορφή.  
Πρέπει νὰ σημειώσω ἐδῶ πῶς ἡ μεγάλη πανήγυρις τῶν Βλαχερνῶν γινόταν στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγούστου), ἡ ὁποία θεσπίστηκε τὸ 588 ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο, καὶ κατὰ τὴν ὁποία συνηθιζόταν καὶ «ἐγκώμια λέγειν τῆς δεσποίνης».