Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Μεγάλη Τρίτη: Η απεγνωσμένη δια τον βίον ...

μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των Αγγέλων

Μεγάλη Τρίτη σήμερα, και η γυναίκα πόρνη, η απεγνωσμένη, αφήνει πίσω της την αμαρτωλή ζωή της και ακολουθεί πλεόν τα διδάγματα του Κυρίου.
Κλαίει, οδύρεται και πονά για τις αμαρτίες της...
Ο Κύριος ως Πατέρας μας, μας συγχωρεί παρά τις τόσες στενοχώριες που Του έχουμε δώσει!

 
Η απεγνωσμένη δια τον βίον, 
και επεγνωσμένη δια τον τρόπον, 
τα μύρα βαστάζουσα, προσήλθε σοι βοώσα· 
Μη με την πόρνην απορρίψης, ο τεχθείς εκ Παρθένου· 
μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των Αγγέλων· 
αλλά δέξαι με μετανοούσαν, την ουκ απώσω αμαρτάνουσαν Κύριε, δια το μέγα σου έλεος.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Η ερμηνεία της εικόνας του Νυμφίου

Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά με πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα το θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο.
.
H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη
όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος,
από τον οποίο κατέβηκε για να μας βάλει
με τη θυσία Του μέσα σ’ αυτόν.
Κυριακή Βαΐων βράδυ. Οι ορθόδοξοι πιστοί στους ιερούς Ναούς. Κεντρικό πρόσωπο της βραδιάς ο μεγάλος έρωτας κάθε ορθόδοξης χριστιανικής ψυχής, ο αγαπημένος Νυμφίος. Υψώνεται ο Νυμφίος από τα χέρια του κληρικού μέσα στο ιερό Βήμα και εξέρχεται σε μια ιερή έξοδο ανάμεσα στα αγαπημένα Του πρόσωπα. Περιφέρεται ανάμεσα στους πιστούς Του, για να τους παρηγορήσει, για να τους στηρίξει, για να τους διδάξει, για να τους δείξει ότι είναι εκεί και ότι τους περιμένει όλους να ενωθούν μαζί Του και να του ομοιάσουν.
Τίποτε δεν αγγίζει περισσότερο τις λεπτές εσωτερικές χορδές της ανθρώπινης καρδιάς όσο η εικόνα του Νυμφίου εκείνο το βράδυ. 

Ο Χριστός μας παρουσιάζεται μισόγυμνος, τυλιγμένος με τον πολύτιμο άραφο κατακόκκινο χιτώνα Του, με σκυμμένο το κεφάλι Του, ζωντανός, ταπεινωμένος από την ανθρώπινη κακία και από τη διαβολική μανία. Στα χέρια Του κρατάει το καλάμι της προσβολής Του και στο κεφάλι του φοράει το ακάνθινο στεφάνι του αμέτρητου πόνου Του.
Γιατί όμως ένας Νυμφίος τόσο ταπεινωμένος και τόσο εξαθλιωμένος έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από εκατομμύρια ανθρώπους στο διάβα των αιώνων; 

O άνθρωπος, όταν ντύνεται για το γάμο του, φοράει τα καλύτερα και λαμπρότερα ρούχα, διότι έτσι νιώθει ότι τιμάει τη συζυγία του και εκφράζει και τη χαρά του για το ξεκίνημα της νέας του ζωής. Δεν θα έπρεπε και ο Χριστός ως Νυμφίος να παρουσιάζεται με ρούχα λαμπρά, τιμημένος μέσα στην άφθαρτη και άφατη δόξα Του; Αυτό επιτάσσει η ανθρώπινη λογική. Για την Eκκλησία όμως υπάρχει ένας άλλος τρόπος σκέψεως και τοποθετήσεως των πραγμάτων. 
O Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος» δεν είναι απαραίτητο να εκπληρώνει τα μέτρα της κοσμικής ωραιότητος. O Νυμφίος για την Eκκλησία είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Λυτρωτου, που μας καλεί κατ’ αρχήν σε μία αιώνια, ουσιαστική και οντολογική ένωση μαζί Του. Σε μία ένωση πιο δυνατή από κάθε άλλη σχέση που μπορούμε να βάλουμε με το μυαλό μας. Σε μία ένωση όπως του σίδερου με τη φωτιά, που, όταν επιτυγχάνεται, το κρύο σίδερο μεταμορφώνεται σε φωτιά. Έτσι και ο άνθρωπος, όταν ενώνεται με τον Θεάνθρωπο, γίνεται και εκείνος θεούμενος και θεοτόκος, κυοφορώντας μέσα του τον ερασμιώτατο Χριστό.  
O Χριστός ως Νυμφίος προσκαλεί την ψυχή ως νύμφη να ενωθεί μαζί της για πάντα και αδιάσπαστα.
O Νυμφίος της Eκκλησίας είναι ένας Νυμφίος ταπεινός και πονεμένος. 

Ένας Νυμφίος που αγαπάει και θυσιάζεται έως θανάτου για το αντικείμενο της αγάπης Του. Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά με πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα το θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο. 
Μία θαυμαστή γαλήνη, που διδάσκει ότι και η υπέρτατη οδύνη και ο απόλυτος πόνος εκμηδενίζονται, όταν η αγάπη κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς. Αυτός ο πονεμένος Νυμφίος είναι αξιοθρήνητος για τη λογική του κόσμου. Και όμως είναι αξιολάτρευτος για τη λογική του πιστού, γιατί ο πιστός γνωρίζει ότι ο πόνος του Λυτρωτού είναι χαρά του λυτρωμένου και το αίμα του Δικαίου είναι τροφή και φάρμακο αθανασίας και σημάδι νίκης για τον άνθρωπο, που θα ποτίσει την ύπαρξή του μ’ αυτό το Αίμα.
Μέσ’ από τα χρώματα και τις πινελιές της εικόνας προβάλλει ο Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος», ο πανέμορφος, με μία ομορφιά που νίκησε τα μέτρα και τα σταθμά του κόσμου, που υπερβαίνει τα κοσμικά σχήματα, με μία ομορφιά που γεμίζει την ψυχή. 

H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος, από τον οποίο κατέβηκε για να μας βάλει με τη θυσία Του μέσα σ’ αυτόν. Όλα τα ωραία πρόσωπα και όλη η υπέρτατη ομορφιά, που μπορεί να βάλουμε με το μυαλό μας, χάνονται και εξαφανίζονται, όταν αφήσουμε το βλέμμα μας να αγγίξει το πονεμένο μα τόσο αξιοπρεπές πρόσωπο του εξαθλιωμένου από την κακία μας Νυμφίου Χριστού στην εικόνα Του. Διότι πόσα από τα αμέτρητα πανέμορφα κοσμικά πρόσωπα που μας περιβάλλουν είναι έτοιμα να κάνουν την παραμικρή θυσία για το χατήρι μας; Eκείνος όμως όχι μόνο μας αγαπάει ,αλλά και στο Σταυρό είναι έτοιμος σε λίγο ν’ ανέβει, για να μας δείξει το μέγεθος της αγάπης Του.
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» μέσα στη νύχτα της ζωής μας. H μάνα Του θα του φωνάξει «ω, γλυκύ μου έαρ» κι εμείς θα νιώσουμε πόσο γλυκιά άνοιξη είναι ο Χριστός μας για κάθε πιστό που δεν Τον πλησιάζει αυτές τις ημέρες των Παθών, μόνο και μόνο για να συγκινηθεί λιγάκι μαζί Του -εξάλλου λίγη συγκίνηση την έχουν ανάγκη οι άνοστες μέρες μας. Αλλά έρχεται στον λατρευτό Νυμφίο, για να ενωθεί μαζί Του μέσα σ’ ένα μυστηριακό και μυστικό αρραβώνα της «αιωνιζούσης ζωής και βασιλείας», μέσα σ’ ένα γαμήλιο γλέντι, που αρχίζει σε κάθε Θεία Λειτουργία και δεν τελειώνει ποτέ. 

π. Δημητρίου Kατούνη, θεολόγου-αγιογράφου
faneromenihol

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται... (Μ.Δευτέρα)
Η σημασία του τροπαρίου

«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, 
και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα. 
Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα. 
Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς, 
ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς
και της βασιλείας έξω κλεισθείς. 
Αλλά ανάνηψον κράζουσα· 
Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών, 
διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς». 

 .
Δύο από τα πιο γνωστά τροπάρια της Μ. Εβδομάδας είναι τα «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται» και «Τον νυμφώνα Σου βλέπω». 
Ποια είναι όμως η σημασία τους;
.
Στα νέα ελληνικά, το τροπάριο λέει (κάπως ελεύθερα):
«Δείτε, έρχεται ο Γαμπρός (Νυμφίος) καταμεσίς της νύχτας, και καλότυχος ο δούλος, που θα τον βρει ξύπνιο, αλλά ανάξιος εκείνος που θα πιαστεί στον ύπνο. Πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου, μην αφεθείς στον ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο και κλειστείς έξω από τη βασιλεία. Αλλά σύνελθε και φώναξε: Είσαι Άγιος, Άγιος, Άγιος, Θεέ μας, μέσω της Θεοτόκου ελέησέ μας».

Ποια είναι η σημασία αυτού του τροπαρίου;
Οι στίχοι παραπέμπουν σε δύο παραβολές, δηλαδή ιστορίες με κάποιο νόημα που είπε ο Χριστός. Η πρώτη φράση προέρχεται από την παραβολή των δέκα παρθένων (κατά Ματθαίον, κεφ. 25, στίχοι 1-13). Λέει ότι δέκα κορίτσια είχαν βγει να προϋπαντήσουν το γαμπρό σε κάποιο γάμο. Όμως εκείνος άργησε και αποκοιμήθηκαν. Και καταμεσίς της νύχτας ακούστηκε φωνή: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται!». Οι κοπέλες ξύπνησαν, αλλά «οι λαμπάδες τους» έσβηναν. Οι πέντε απ’ αυτές (οι «φρόνιμες» = συνετές) είχαν μαζί τους λάδι και ανανέωσαν τη φλόγα, αλλά οι άλλες πέντε (οι «μωρές» = επιπόλαιες) δεν είχαν. Έτσι, μέχρι να βρουν να αγοράσουν, ο Γαμπρός μπήκε στο σπίτι του γάμου, έκλεισε η πόρτα και έμειναν απ’ έξω.
Όπως φαίνεται στα λόγια του Χριστού, ο γαμπρός της ιστορίας συμβολίζει το Χριστό, που όλοι περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία Του, αλλά αυτή καθυστερεί. Θα έρθει ξαφνικά («μέσα στη νύχτα») και τότε κάποιοι θα είναι έτοιμοι να εμφανιστούν μπροστά Του, γιατί θα είναι καλοί άνθρωποι, ενώ κάποιοι άλλοι θα είναι ανέτοιμοι (επειδή φέρθηκαν ανόητα και δε φρόντισαν να καθαρίσουν την καρδιά τους) και θα μείνουν έξω από «το γάμο», δηλαδή τη βασιλεία του Θεού (τον παράδεισο).
Η δεύτερη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 12, στίχοι 36-46) μιλάει για κάποιους δούλους, που περιμένουν τον κύριό τους να επιστρέψει από γάμο. Καλότυχος, λέει ο Ιησούς, εκείνος ο δούλος, που ο κύριος θα τον βρει σε επιφυλακή να τον περιμένει, ενώ αλίμονο σ’ εκείνον που θα σκεφτεί «αργεί ο κύριος» και θ’ αρχίσει να μεθοκοπάει, να δέρνει και να καταπιέζει τους άλλους δούλους. Και αυτή η παραβολή δηλώνει ότι ο Χριστός θα επιστρέψει «ως κλέπτης εν νυκτί», σε στιγμή που κανείς δε θα Τον περιμένει.
Εννοείται ότι η στιγμή, για την οποία ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος, είναι η στιγμή του θανάτου μας, που πιθανότατα θα προηγηθεί της Δ. Παρουσίας και είναι ουσιαστικά η στιγμή της κρίσης μας μπροστά στο Θεό. Ας είμαστε έτοιμοι, έχοντας καθαρίσει την καρδιά μας από τα ελαττώματα που μας εμποδίζουν να αγαπήσουμε το Θεό και τον πλησίον μας.
Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα του τροπαρίου. Ο ποιητής καλεί την ίδια την ψυχή του να μετανοήσει και να αφεθεί στα χέρια του Θεού, ζητώντας τη βοήθειά Του μέσω της Θεοτόκου, των αγίων και των φωτεινών αγγέλων (η τελευταία φράση λέγεται με όλες αυτές τις παραλλαγές). Το τριπλό «Άγιος, Άγιος, Άγιος» είναι από τον ύμνο των αγγέλων (των Σεραφείμ) που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας (Ησαΐας, κεφ. 6) και υποδηλώνει την Αγία Τριάδα.

«Τον νυμφώνα Σου βλέπω…»
.
Το δεύτερο τροπάριο λέει:
«Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με».
Σε νέα ελληνικά:
«Σωτήρα μου, βλέπω στολισμένο το σπίτι του γάμου, αλλά δεν έχω κατάλληλα ρούχα για να μπω μέσα. Κάνε λαμπερή τη στολή της ψυχής μου, Εσύ που δίνεις το φως, και σώσε με».
Οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι από μια άλλη παραβολή του Χριστού, στο κατά Ματθαίον, κεφ. 22, στίχοι 1-14: ένας βασιλιάς παντρεύει το γιο του, αλλά οι καλεσμένοι «αγρόν ηγόρασαν» (η φράση είναι από το Λουκ. 14, 18, όπου υπάρχει η ίδια παραβολή ή μια παρόμοια – εκεί κάποιος λέει: «αγόρασα ένα αγρό (χωράφι) και πρέπει να πάω να τον δω, γι’ αυτό δε μπορώ να έρθω») και δεν πήγαν. Τότε εκείνος έστειλε και κάλεσαν όλους τους φτωχούς και περιθωριακούς, που ήρθαν αντί για τους επίσημους. Είδε όμως κάποιον με ρούχα ακατάλληλα για γάμο και έβαλε να τον πετάξουν έξω, και μάλιστα «στο σκοτάδι»!...
Εννοείται ότι, αφού οι τελικοί καλεσμένοι ήταν φτωχοί, ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο άνθρωπος διώχτηκε επειδή είχε «κακά ρούχα». Το νόημα είναι ότι είχε κακή ψυχή.
Εδώ λοιπόν ο ποιητής του τροπαρίου παρακαλεί το Χριστό να τον βοηθήσει να γίνει λαμπερή η ψυχή του, να τη «φορέσει» (ως το καταλληλότερο ένδυμα) και να μπορέσει να μπει στο γλέντι του γάμου, δηλ. στον παράδεισο.

Ο Ιησούς ως Νυμφίος

Ο ίδιος ο Χριστός συχνά παρομοίασε τον ερχομό Του με γάμο και τον εαυτό Του με Νυμφίο (γαμπρό). Και στο τέλος της Αποκάλυψης ο παράδεισος συμβολίζεται με μια «πόλη στολισμένη σα νύφη», μέσα στην οποία δεν μπαίνει τίποτε κακό.
Η σημασία αυτής της παρομοίωσης είναι ότι στο πρόσωπο του Χριστού συντελείται ένας «ιερός γάμος» Θεού και ανθρωπότητας: στο γάμο οι δύο σύζυγοι ενώνονται, ενώ στο Χριστό ενώθηκαν Θεός και άνθρωπος, γι’ αυτό ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό ο Χριστός ονομάζεται «Νυμφίος της Εκκλησίας», η σχέση του αντρόγυνου παρομοιάζεται από τον απόστολο Παύλο με τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας (στην επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. 5, που διαβάζεται κατά την τελετή του γάμου), ενώ το «Άσμα Ασμάτων» (το ερωτικό τραγούδι του βασιλιά Σολομώντα που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη) ερμηνεύτηκε από τους χριστιανούς αγίους ως αλληγορία του έρωτα του Θεού και του ανθρώπου.
Ο Θεός, κατά τους αγίους μας, είναι «ερωτευμένος με τον άνθρωπο», γιατί μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να κάνει τέτοια θυσία: να γίνει ταπεινός άνθρωπος (ενώ είναι ο παντοδύναμος Θεός) και ν’ αφήσει να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου για να σώσει το δημιούργημά Του. Επίσης, η αγάπη του Θεού είναι «έρως», γιατί Τον κινεί σε ένωση με τον άνθρωπο, όπως οι δύο ερωτευμένοι ενώνονται «οι δύο εις σάρκα μίαν».
Όλα αυτά δεν σκανδαλίζουν τους χριστιανούς, γιατί δεν περιέχουν τίποτε κακό: μιλάνε για την αγάπη του Θεού και για την ένωσή Του με τους ανθρώπους (την αγιότητα). Αυτή την ένωση καλείται να έχει ως σκοπό της ζωής του κάθε χριστιανός. Έτσι, αξιολογεί κάθε πράξη του, στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική κ.τ.λ. ζωή του, με γνώμονα αν συμβάλλει σ’ αυτή την ένωση ή την εμποδίζει: στην ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού.
Γι’ αυτό ο Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει παντρευτεί ή ερωτευτεί μια γυναίκα: όχι γιατί «ήταν ανέραστος» (δεν ήταν, όπως μόλις είπαμε), αλλά γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ερωτευμένος και ενωμένος με τη Νύμφη Του, την ανθρωπότητα. Μόνο αν δεν ήταν Θεός, αλλά ένας κοινός άνθρωπος, τότε δεν είναι αληθινός αυτός ο ιερός γάμος, άρα ούτε η ανάσταση και φυσικά δεν υπάρχει και σωτηρία από το θάνατο. Γι’ αυτό και οι (λανθασμένες) ιδέες ότι δήθεν ήταν παντρεμένος με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την εμπειρία των αγίων όλων των εποχών για τη Θεότητα του Θεανθρώπου Νυμφίου Ιησού.
Καλή ανάσταση σε όλους μας.
.

Λόγος εἰς τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων,
Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Η Ιερουσαλήμ ήταν γεμάτη κόσμο που ήλθε από παντού
για να γιορτάσει τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
.
Όλη η πόλη μιλούσε για τον μεγάλο προφήτη και θαυματουργό από τη Ναζαρέτ, ο οποίος μόλις τώρα έκανε το μεγαλύτερο από όλα τα άλλα αμέτρητα θαύματά Του, ανέστησε τον Λάζαρο, ο οποίος τέσσερεις ολόκληρες ημέρες βρισκόταν στον τάφο. 
Τον περίμεναν να έλθει στην πόλη και προετοιμάζονταν για τη θερμή υποδοχή Του.
Αυτός, συνοδευόμενος από τους μαθητές Του, δεν περπατούσε πεζός, όπως πάντα, αλλά, ξεκινώντας από τη Βηθσφαγή, ανέβηκε σ’ ένα θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι του, για να πληρωθεί το ρηθέν του προφήτη Ζαχαρία: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ• ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9). Οι απόστολοι έβαλαν πάνω στο γαϊδούρι και το πουλάρι του τα ρούχα τους, ενώ ο λαός πήρε κλαδιά φοινίκων και έστρωνε τα ρούχα του στον δρόμο, στα πόδια των ζώων, κραυγάζοντας με μεγάλη χαρά: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ».

Οι Αρχιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς άκουγαν με τρόμο τις κραυγές αυτές, που προανάγγελλαν την πτώση της πνευματικής τους εξουσίας στον λαό. Ας στρέψουμε και εμείς τώρα το βλέμμα μας και ας δούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό τη στιγμή αυτή. Με έκπληξη θα δούμε ότι δεν χαίρεται την πανηγυρική αυτή υποδοχή. Αντίθετα σκύβει το κεφάλι Του και κλαίει με λυγμούς. Ω, Κύριέ μας! Γιατί κλαις τώρα, όταν όλος ο λαός χαίρεται; Το ήξερε μόνο Αυτός ο Παντογνώστης. Δεν έκλαιγε για τον Εαυτό Του αλλά για τον λαό Του. Για το ότι δεν πίστεψε στον Μεσσία Χριστό, ο οποίος ήλθε γι’ αυτόν, για το ότι σκότωνε τους προφήτες που έστελνε σ’ αυτόν και για το ότι πέντε μέρες μετά από αυτή την υποδοχή ως Βασιλιά, θα ζητήσει από τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει! για όλα αυτά, θα τον βρουν τον λαό αυτό πολλά δεινά. Άραγε ο Θεός, που είναι Βασιλιάς όλου του κόσμου, διεκδικούσε την εξουσία και προσδοκούσε να γίνει βασιλιάς του μικρού αυτού και σκληροτράχηλου λαού του Ισραήλ, ο οποίος δεν γνώρισε και δεν δέχθηκε τον Μεσσία του και τώρα ετοιμαζόταν να Τον παραδώσει στο φρικτό και βασανιστικότατο σταυρικό θάνατο; Όλες οι αγίες επουράνιες ασώματες δυνάμεις θα θρηνούσαν κατά την πανηγυρική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αν ήξεραν για τον φρικτό σταυρό που Του ετοιμαζόταν στον Γολγοθά.
Μόνο για τους σύγχρονούς Του Εβραίους έκλαιγε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Ασφαλώς όχι! Αυτός ο Παντογνώστης ήξερε ακόμα και αυτά που βλέπουμε εμείς στις ημέρες μας. Ήξερε ότι με το πέρασμα των αιώνων το ανθρώπινο γένος όλο και περισσότερο θα Τον ξεχνούσε, ότι θα Τον βλασφημούσε και θα έβριζε το άγιο όνομά Του. Το ήξερε, γι’ αυτό και έλεγε ότι ο Υιός του ανθρώπου, όταν θα έλθει για δεύτερη φορά, πιθανώς, δεν θα βρει την πίστη πάνω στη γη.
Πρέπει να κλαίμε και εμείς που τόσο συχνά ξεχνάμε τον σταυρό του Χριστού και ιδιαίτερα αυτοί για τους οποίους λέει ο απόστολος Παύλος: «ο τον Υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας!» (Έβρ. 10, 29). Και τόσο πολλοί, και σε ποιο τρομερό βαθμό, υπάρχουν μεταξύ μας τέτοιοι κακότυχοι αδελφοί μας!
Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!
Αμήν.
(Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 126 – 128. Μετάφραση από τα ρωσικά. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη. επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
alopsis
hristospanagia

Μεγαλοβδομάδα! Τι κρατάω

Του Ηλία Λιαμή, δρ Θεολογίας,  
Αρχισυντάκτη της ιστοσελίδας
Στον ολάνθιστο κήπο της Μεγαλοβδόμαδας, ανοίγω με δισταγμό το πορτάκι του ξύλινου φράχτη και κάνω δυο τρία δειλά βήματα.

Από πίσω μου βοή. Πολέμων ακοές. Παρανοϊκοί εκτελεστές. Δραπέτες. Καταρρεύσεις. Ένοχοι που ψάχνουν ενόχους. Εικόνες χωρίς νόημα. Ηλιακά συστήματα χωρίς ήλιο.

Τον ντρέπομαι τον κήπο. Μοιάζω παράταιρος. Χωρίς γοερές υπερβολές, κοιτάζω κατάματα τα γεγονότα και καταλήγω νηφάλια:

«Ένδυμα ουκ έχω».

Πιστεύω όμως στη δύναμη τού κήπου να κρατιέται αμόλευτος. Μα και σε μια ακόμη δύναμή του πιστεύω:

Να λαμπραίνει τα στιγματισμένα και θαμπά. Και του ζητώ:

«Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής».

Μονοπάτια μικρά ανάμεσα στα παρτέρια. Στοές από μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, λιγάκι σκοτεινές, όπου ο ήλιος δε βρίσκει εύκολα δρόμο. Σιωπή! Πίσω μου, το φως των προβολέων μου γνέφει να μην μπλέξω.

«Δύσκολοι», μου θυμίζει, «οι καιροί. Άλλες μελαγχολίες και περισυλλογές δεν αντέχουν. Μείνε εδώ να ξεχαστείς λιγάκι».

Οι οθόνες ολόφωτες, με προσκαλούν στην διάσπαση που χαρίζουν τα τρέχοντα. Θυμάμαι όμως -ευτυχώς-, πως, ποτέ η ενημέρωση δε μού ’δωσε ούτε μια στάλα χαράς. Κι όσο κι αν συσσωρευότανε, ποτέ κάτι δεν άλλαξε για το καλύτερο.

Το αποφάσισα: Θα περπατήσω στις σκιερές στοές, γιατί, παρ’ όλη τη μελαγχολία που σκορπάνε, σκορπάνε και αρώματα, σκορπάνε και αγκαλιά. Νιώθω το μισόφωτό τους για χάδι, και στο κορμί και στη ψυχή μου. Μα και για κάτι άλλο θα τις περπατήσω: Για ένα φως, ένα άλλο φως, που τρεμοπαίζει εκεί, στην τελευταία στροφή του κήπου. Φως, που λες, αν το αρνηθώ, θα έχω χάσει ευκαιρία… και δρόμο… και αναπαμό.

Αποφασίζω να το ζητήσω αυτό το φως. Κι όταν θα βρεθώ κοντά του, θέλω κάτι να κρατώ. Αγένεια μου μοιάζει να φτάσω μ’ άδεια χέρια. Βάζω «ευλογητός» και κάνω το πρώτο βήμα.

Κάτω, το μονοπάτι στρωμένο βάγια. Βάγια της Κυριακής, που θυμάται μια είσοδο. Κρατώ τον θρίαμβο, κρατώ και την ειρωνεία αυτής της εισόδου. Ο Βασιλιάς, ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής καθισμένος πάνω στο ταπεινότερο των τετραπόδων. Αμήχανοι οι επικοινωνιολόγοι τον κοιτούν. Δεν τον αναλαμβάνουν. Οι πράξεις Του είναι αντιεπικοινωνιακές. Εκείνοι ετοιμάζουν ηγέτες λαμπερούς. Κοιτάω και το βλέμμα Του, την ώρα που ο όχλος κραυγάζει «ωσαννά». Ακούω τη σκέψη Του:

«Δεν ξέρουν τι ζητάνε».

Θα το ξαναπεί σε λίγες μέρες, καρφωμένος. Κρατώ αυτό το βλέμμα Του, το αποφασισμένο και θλιμμένο. Κρατώ και τις κραυγές του θριάμβου να μου θυμίζουν τον πικρό, τον πρόσκαιρο, τον φευγαλέο έπαινο των ανθρώπων. Κλείνω στη χούφτα μου δυο-τρία βάγια και συνεχίζω.

Μεγάλη δευτέρα ανθισμένη στοά. Ο Ιωσήφ ο πάγκαλος (οι όντως πάγκαλοι γράφονται πάντα με το «πι» μικρό) μού γνέφει. Κρατώ τα σημάδια του από το χτύπημα, την ώρα πού ’πεφτε στο πηγάδι, από των αδελφών του, των ανθρώπων των δικών του, το σπρώξιμο. Κρατώ τη χρυσή του καρδιά, που ήξερε πάντα να τού ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου. Κρατώ τη συνοχή της σκέψης του, όταν τα αξιώματα θα μπορούσαν να τον τρελάνουν. Κρατώ την αγκαλιά του, την ώρα που η εκδίκηση τού χάιδευε τ’ αυτιά.

Έχει και μια συκιά η στοά. Φουντωμένη και καταπράσινη. Αλλά χωρίς ούτε ένα σύκο. Τη βλέπω και πικραίνομαι. Καλύτερη εικόνα των λόγων δίχως έργα, των ομιλιών δίχως έρμα, των σχεδίων χωρίς διάθεση για δόσιμο και θυσία δεν υπάρχει. Απλώνω τα χέρια μου και κόβω να κρατήσω δυο φύλλα. Μόλις που πρόλαβα. Βήματα δυο δεν έχω κάνει, και την βλέπω να ξεραίνεται μονομιάς.

Τρίτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Καθώς την διασχίζω, με φτάνει μια παρέα από δέκα κορίτσια. Κρατούν λυχνάρια και μιλάνε για ένα γάμο. Μια απ’ αυτές, με βλέπει και βιαστικά μου δίνει ένα λυχνάρι. Είναι μισοάδειο, μα προς το παρόν φωτίζει καλά. Τα κορίτσια φαίνονται ανυπόμονα. Με προσπερνούν γελώντας. Ανησυχώ για το λυχνάρι μου. Δε θα μου φτάσει το λάδι. Είναι μακρύς ο δρόμος και θα ξεμείνω από φως. Χρειάζομαι λάδι. Επειγόντως! Λάδι πίστης πιο στέρεης, λάδι αγάπης πιο πρακτικής, λάδι προσευχής πιο συνεπούς και πιο επίμονης απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Γρήγορα! Τώρα! Δεν ξέρω πότε θα χρειαστεί. Καθώς τα σκέφτομαι αυτά, πέντε από τις κοπέλες γυρίζουν βιαστικά, με τα λυχνάρια τους σβηστά. Σε λίγο τις βλέπω να επιστρέφουν τρέχοντας και να στρίβουν σε μια γωνία. Ακούω τις φωνές τους:

«Ανοίξτε, είμαστε κι εμείς εδώ».

Χτυπάνε κάποια πόρτα, αλλά δε μου φαίνεται να την ανοίγουν. Κρατώ σφιχτά το λυχνάρι μου. Θεέ μου, μη μ’ αφήσεις να στερέψω!

Τετάρτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μοσχοβολάει. Σα νά ’σπασε ένα αλάβαστρο κι έχει χυθεί το μύρο. Το ξέρω πως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι πολλά τα μύρα που ξέρει ο κόσμος να παρασκευάζει. Όμως αυτό εδώ δεν έχει μόνο συστατικά χημικού εργαστηρίου. Μέσα του έχουνε χυθεί στάλες δακρύων μετανοίας. Ακούω τον μαθητή τον παραστρατημένο να εξανίσταται, πασκίζοντας να το αποτιμήσει. Τι να αποτιμήσει! Ποιος μπορεί να υπολογίσει την αξία των δακρύων μιας ψυχής που συντρίβεται! Πώς κοστολογείται η υπομονή, μπροστά στην περιφρόνηση και τα βρώμικα βλέμματα των «καθωσπρέπει» ακροατών του Δασκάλου, την ώρα που αυτή, η πόρνη, με το θράσος της απόγνωσης μυρώνει τα πόδια Του, που δεν τολμά καλά-καλά να τα αγγίξει!

«Μα γίνεται Κύριε να τη δεχτείς; Γίνεται Κύριε να δεχτείς τον καθένα, που αμαρτία δεν φτιάχτηκε, που να μην πότισε το κορμί του;»

«Γίνεται», τον ακούω να με διαβεβαιώνει. «Φτάνει πολύ να αγάπησε». «Ε όχι Κύριε δε γίνεται!», επιμένουν οι καλεσμένοι. Μαζί τους επιμένω κι εγώ. Κι ας μη το φωνάζω. Ευτυχώς, σημασία καμιά δε μας δίνει. Κι αφήνει τα μαλλιά της να σκουπίζουν τα πόδια Του. Βουτώ τα φύλλα των βαγιών και της συκιάς στο μύρο που ρέει δίπλα στα πόδια μου, μπας και κρατήσω αυτή την άρρητη ευωδία της μετανοίας και συνεχίζω.

Πέμπτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μια ξύλινη στάλα και στο τέρμα της ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι με λίγα απομεινάρια φαγητού. Κάποιοι έτρωγαν εδώ πριν από λίγο. Οι θέσεις δεκατρείς. Στη θέση τη μεσαία, κομμάτια από ψωμί και μια μισογεμάτη κανάτα κρασί, κόκκινο σαν αίμα. Φέρνω στα χείλη μου λίγη ψίχα ψωμιού βουτηγμένου στο κρασί. Στυλώνομαι. Κρατώ ακόμη ένα νοτισμένο κομμάτι και το τυλίγω σ’ ένα φύλλο από την ξεραμένη συκιά. Λίγο πιο κει, μία λεκάνη με μια πετσέτα. «Θα φώναξαν και κάποιο δούλο» σκέφτομαι «για να τους πλύνει τα πόδια».

Πού νά ’ξερα, πως η λεκάνη αυτή έγινε κολυμπήθρα ταπεινοφροσύνης, για όσους θα θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματα Εκείνου, που πριν λίγο έσκυψε και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Κι ας είχε πριν από λίγο μεταβάλει σε φάρμακο αθανασίας το ψωμί και το κρασί, το κόκκινο σαν αίμα!

Κατεβαίνω. Λάμπει το φεγγάρι πίσω από τις φυλλωσιές. Ένα παράπονο, μου σκίζει την καρδιά:

«Ζήτησα δύναμη στην προσευχή, ν’ αντέξω τα κρίματα ολόκληρου του κόσμου, που σε λίγο θα ματώσουν το κορμί μου και θα βαρύνουν ασήκωτα τους ώμους μου. Και δεν χαλαλίσατε λίγα λεπτά ύπνου, για να προσευχηθείτε μαζί μου;»

Τι να του απαντήσουν οι μαθητές του, τι να του απαντήσω κι εγώ! Πως Τον άφησα μόνο Του, γιατί τρυγούσα, τις λίγες, τις ασήμαντες ψευτοχαρές μιας ζωής, την ώρα που ζητούσε συντρόφους για να γλυκάνει τις πληγές του κόσμου;

Μόνος στον κήπο της Γεθσημανή, μόνος και μπροστά στους άρχοντες και τους σοφούς του κόσμου τούτου. Πώς να τον υπερασπιστώ; Κάθομαι έξω στην αυλή, να κάνω λίγη παρέα στον Πέτρο. Μαζί θα φωνάξουμε με αγανάκτηση:

«Όχι, δεν τον ξέρουμε. Δεν είμαστε μ’ Αυτόν! Είμαστε δικοί σας. Τα συστήματά σας αναγνωρίζουμε, με τους δικούς σας κανόνες παίζουμε, τα οράματά σας μοιραζόμαστε. Μαζί σας ψάχνουμε τους άλλους, τους κακούς, που πάντα φταίνε για τα δεινά μας. Μαζί σας ελπίζουμε, πως πάντα κάποιος άλλος, κάποιος καλός θα ’ρθεί για να μας σώσει. Αυτός εκεί μέσα είναι τρελός. Κάθε στραβό του κόσμου, κάθε πληγή των ανθρώπων τα κάνει δική Του υπόθεση. Δεν ψάχνει ενόχους. Κάνει την ξένη ευθύνη δική Του. Αν είναι δυνατόν! Εμείς, δικοί Του; Απορώ και που το σκεφτήκατε».

Μες τις βραγιές, ένας κόκορας σαλπίζει ξημέρωμα. Μα ποιος άφησε εδώ τον κόκορα; Ο Πέτρος με αφήνει και φεύγει, κλαίγοντας πικρά.

Κάτι μεγάλο παρασκευάζεται στην επομένη ανθισμένη στοά. Τι να κρατήσω από δω! Τα πάντα στάζουν αίμα. Ματωμένα φραγγέλια, ματωμένα αγκάθια, ματωμένος χιτώνας. Σα να αιμορραγεί όλος ο κόσμος. Όλη η φρίκη του ματωμένου μαρτυρίου ενός αθώου απλώνεται και πλημμυρίζει τον χρόνο και τον χώρο. Παράνοια! Ποιο το νόημα μιας ανθρωπότητας που στάζει αίμα; Ποιος φταίει, ποιος δικάζει, ποιος τιμωρεί; Τι θα έχανε η δημιουργία αν εξαφανιζόταν ο άνθρωπος; Τι θα έχανε η πλάση, τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα ο αέρας, τα ζώα, αν απαλλασσόντουσαν από το πιο άγριο θηρίο τους; Ένα κορμί λυγίζει από το βάρος του Σταυρού. Γυρίζει με κοιτάει. Τον βλέπω κι αμέσως νιώθω όλους τους ανθρώπους αδέλφια μου:

«Είναι καλοί οι άνθρωποι», κραυγάζει η καρδιά μου, «εικόνες Θεού, εικόνες Θεού, ει και στίγματα φέρουν πταισμάτων! Υπάρχει ελπίδα!»

Στις κόρες των κατακόκκινων ματιών Του λάμπει ένας κόσμος ποτισμένος στην πραότητα, στην προσφορά και στην ισορροπία. Δεν μπορώ να αντέξω το παραπάτημά Του. Κάνω να Του δώσω ένα χέρι. Με προλαβαίνει κάποιος Κυρηναίος. Σκύβω να μαζέψω ένα καρφί, που έπεσε απ’ το ζεμπίλι ενός Ρωμαίου.

Μία κραυγή σκίζει σε λίγο τον αέρα. Ένα «τετέλεσται». Οι χλευαστές από κάτω ακούν για κάποιον, που τέλειωσε. Εγώ, σα να ακούω «όλα αρχίζουν».

Σάββατο πια! Το μονοπάτι μου αρχίζει και κατηφορίζει απότομα. Κάτω εδώ, λουλούδια δεν ανθίζουν. Πού κατεβαίνω; Στον Άδη των Αρχαίων; Στον Άδη της φρίκης του κόσμου; Ή στον Άδη της δικής μου καρδιάς; Πολλή σημασία δεν έχει. Κάτω εδώ, σημασία έχει το σκοτάδι. Το πηχτό, το στεγανό, το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι και όλα εδώ κάτω ψάχνονται. Κάνουν κύκλους και κάπου-κάπου νομίζουν πως –επιτέλους-, από δω δεν ξαναπέρασαν, πως από δω περνάνε για πρώτη φορά, πως ο κύκλος πια θα σπάσει. Και πάντα η διάψευση. Πάντα όλοι έχουν ξαναπεράσει από κει και πάλι θα ξαναπεράσουν. Στον Άδη, όπως στην ιστορία των ανθρώπων, τίποτε δεν αλλάζει. Γι’ αυτό είναι τόσο σκοτεινά! Πανικός! Πού είναι το τέρμα; Εγώ ξεκίνησα μια βόλτα σ’ έναν κήπο. Να τελειώνουνε τ’ αστεία! Θέλω το Πάσχα μου το κανονικό. Θέλω τα σοκολατένια μου αυγά με το δώρο έκπληξη! Θέλω τα υπέρβαρα αμάξια στη Εθνική και τις σούβλες να εξέχουν. Θέλω τις κροτίδες, που θέλουν να ανατινάξουν το ναό. Θέλω το άδειο προαύλιό του μετά το πρώτο-πρώτο Χριστός Ανέστη! Θέλω να φύγω από δω!

«Γιατί;», με ρωτούν ειρωνικά οι αθέατοι συνοδοιπόροι μου. «Όλα όσα ψάχνεις είναι εδώ. Συνέχιζε να ψηλαφίζεις και θα τα βρεις. Θα νιώσεις σα στο σπίτι σου».

Συνεχίζω να ψηλαφώ. Δίκιο είχαν! Τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν σούβλες και κροτίδες και μαγειρίτσες ανυπόμονες και γυφτοτράγουδα στη διαπασών. Μα ξαφνικά, τα χέρια μου αγγίζουν ένα σώμα, δυο χέρια, δυο ώμους. Φτάνω στο πρόσωπο και το κοιτώ. Ένα πρόσωπο πιο δυνατό απ’ το σκοτάδι. Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι ορατά. Μέσ’ απ’ τη λάμψη Του, το σκοτάδι λιώνει, «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός».

«Ποιος είσαι;» ρωτώ.

«Ο νέος άρχοντας αυτού του τόπου», μου απαντάει. «Καλωσήρθες!»

Αγένεια να μην του προσφέρω ένα πεσκέσι. Αφήνω στα χέρια Του τα βάγια, τα φύλλα της συκιάς, τα ποτισμένα με το μύρο, το λυχνάρι, το νοτισμένο το ψωμί απ’ το κρασί το κόκκινο σαν αίμα, το καρφί.

«Σ’ ευχαριστώ» μου κάνει.

«Κύριε, θέλω να φύγω από δω!»

«Εύκολο», μου λέει. «Κράτα τα χέρι μου».

«Κύριε, δύναμη δεν έχω να κρατήσω πια τίποτε».

Με αρπάζει απ’ τον καρπό.

«Εγώ φεύγω», μου λέει. «Για να σε πάρω μαζί μου, πρέπει να θυμηθείς κάτι που έδωσες δωρεάν, όσο περπάταγες εκεί επάνω».

Προσπαθώ να θυμηθώ.

«Κύριε», του λέω, «κάποτε σε μια τάξη, έδωσα σ’ ένα μαθητή μου ένα κρεμμύδι».

«Μου φτάνει», λέει Εκείνος.

Νιώθω να με τράβα προς το φως. Μα ξαφνικά τα πόδια μου βαραίνουν. Χέρια πολλά με αρπάζουν, κάποιοι ποθούν να τραβηχτούν κι αυτοί μαζί μου. Μα δεν θα κάνω το λάθος εκείνης της γιαγιάς.

«Ελάτε, πιαστείτε, όσοι μπορείτε», φωνάζω. «Δε θέλω το φως, όσο κι αν λάμπει, χωρίς τα πρόσωπά σας. Ή όλοι μας ή κανείς! Πιαστείτε! Κι εμένα, Άλλος με τραβά!»

Φως!

Λόγων παύσις!

Ακόμα και τώρα, που στα διηγιέμαι όλ’ αυτά, νιώθω την πατρική παλάμη, με δύναμη γλυκιά και τρυφεράδα, να κρατάει τον καρπό μου.

Στο λέω να το πιστέψεις:

Πριν ξεκινήσει το σεργιάνι μου, το φως που πρωτοαντίκρισα στο βάθος, ανοίγοντας του κήπου το πορτάκι, δεν ήταν ψέμα.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

«Ο Θεός σε εκείνον που σιωπά,
μιλάει περισσότερο και τον ευεργετεί»


Απλώς να συγχωρούμε και να μη μιλάμε πολύ.
"Οι άνθρωποι πού έχουν δίκιο θέλουν και καλά και σώνει 
να έχουν όλο το δίκιο με το μέρος τους".
Κι αν δεν τους φτάνει, τότε δεν γυρεύουν τη δικαιοσύνη του Θεού, 
αλλά πηγαίνουν στα κοσμικά δικαστήρια να τη βρουν.
Όποιος δε μας πειράξει, να μη λέμε ποτέ, «ο Θεός να τον πληρώσει»

γιατί ό Θεός πληρώνει πολύ ακριβά.
Απλώς να συγχωρούμε και να μη μιλάμε πολύ. Ό Θεός, σ’ εκείνον πού σιωπά, 

μιλάει περισσότερο και τον ευεργετεί". 
Γέρων Παΐσιος

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ο Χριστὸς εἶναι Θεός;

Ὅλες τώρα οἱ χῶρες, ὅλες οἱ πόλεις, τὰ ἐρημικὰ καὶ τὰ κατοικημένα μέρη,
τὸν Σταυρωμένο ὁμολογοῦν.
Στὸ βασικὸ αὐτὸ ἐρώτημα ἂς μὴν προσπαθήσουμε ν’ ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατί ὁ ἄπιστος δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ.

Ἄν τοῦ ποῦμε ὅτι ἀνέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, ἔδιωξε δαιμόνια, οὔτε τότε θὰ συμφωνήσει.
Ἄν τοῦ ποῦμε ὅτι ὑποσχέθηκε ἀνάσταση νεκρῶν, βασιλεία οὐρανῶν καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ συμφωνήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσει.

Πῶς λοιπὸν θὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὴν πίστη, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένος;
Ἀσφαλῶς μὲ τὸ νὰ στηριχθοῦμε σὲ ἀλήθειες, ποὺ καὶ ἐμεῖς καὶ αὐτὸς παραδεχόμαστε χωρὶς καμιὰ ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία.
Σὲ ποιὸ λοιπὸν σημεῖο συμφωνοῦμε μαζί του ἀπόλυτα;
Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς φύτεψε τὴν Ἐκκλησία.
Ἀπ’ αὐτὸ θὰ φανερώσουμε τὴ δύναμη καὶ θ’ ἀποδείξουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ.

Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀποτελεῖ ἀνθρώπινο ἔργο ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα.
Καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ προσκαλεῖ στὴν ἀνώτερη ζωὴ ἀνθρώπους μὲ κακὲς συνήθειες, δούλους τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ ὅμως, ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ ἐλευθερώσει ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνο ἐμᾶς, μὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Κι αὐτὸ τὸ κατόρθωσε χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, χωρὶς νὰ ξοδέψει χρήματα, χωρὶς νὰ κινητοποιήσει στρατούς, χωρὶς νὰ προκαλέσει πολέμους.
Το κατόρθωσε ξεκινώντας μὲ δώδεκα μόνο μαθητές, ποὺ ἦταν ἄσημοι, ἀμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, ἄοπλοι...
Μὲ τέτοιους ἀνθρώπους κατόρθωσε νὰ πείσει τὰ ἔθνη νὰ σκέφτονται σωστά, ὄχι μόνο γιὰ τὴν παροῦσα ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα.
Μπόρεσε νὰ καταργήσει προγονικοὺς νόμους, νὰ ξεριζώσει ἀρχαῖες συνήθειες καὶ νὰ φυτέψει νέες.
Μπόρεσε ν’ ἀποσπάσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὔκολο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ δύσκολο.
Καὶ ὅλ’ αὐτὰ τὰ κατόρθωσε, ἐνῶ ὅλοι Τὸν πολεμοῦσαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπομείνει ἐξευτελιστικὴ σταύρωση καὶ ταπεινωτικὸ θάνατο!
 

Ἀσφαλῶς δὲν συμβαίνουν αὐτὰ στοὺς ἀνθρώπους.
Μᾶλλον τὰ ἀντίθετα τούς συμβαίνουν.
Ὅσο δηλαδὴ ζοῦν καὶ εὐδοκιμοῦν οἱ ἴδιοι, τὸ ἔργο τους προοδεύει.
Ὅταν ὅμως πεθάνουν, καταστρέφεται μαζί τους ὅ,τι δημιούργησαν.
Καὶ αὐτὸ τὸ παθαίνουν ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι οὔτε μόνο οἱ ἄρχοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ κυβερνῆτες ἀκόμα.
Γιατί καὶ οἱ νόμοι τους καταλύονται καὶ ἡ μνήμη τους σβήνει καὶ τ’ ὄνομά τους ξεχνιέται καὶ οἱ ἔμπιστοι ἄνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αὐτὰ συμβαίνουν σ’ ἐκείνους, ποὺ πρῶτα μ’ ἕνα νεῦμα κυβερνοῦσαν λαοὺς καὶ ὁδηγοῦσαν στὸν πόλεμο ὁλόκληρες στρατιές. Σ' ἐκείνους, ποὺ καταδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ ἀνακαλοῦσαν ἐξόριστους.

Στὸν Κύριο ὅμως ἔγινε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο.
Θλιβερὴ ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ ἔργου Του πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση:
Ὁ Ἰούδας Τὸν πρόδωσε, ὁ Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε, οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς ἔφυγαν γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ πολλοὶ πιστοὶ Τὸν ἐγκατέλειψαν.
Μόνος ἔμεινε ἀνάμεσα στοὺς ἐχθρούς.
Ὅμως, μετὰ τὴ σφαγὴ καὶ τὸ θάνατο, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος ὁ Σταυρωμένος, ἔγιναν ὅλα λαμπρότερα, φαιδρότερα, ἐνδοξότερα.
Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση δὲν ἄντεξε τὴν ἀπειλὴ μιᾶς ὑπηρετριούλας, ἀλλά, μετὰ ἀπὸ τόσες οὐράνιες διδασκαλίες καὶ τὴ συμμετοχή του στὰ θεία μυστήρια, εἶπε ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Κύριο, αὐτὸς ὁ ἴδιος, μετὰ τὴ σταύρωση, Τὸν κήρυξε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.

Ἀναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατί προτίμησαν νὰ θανατωθοῦν παρὰ ν’ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, ὅπως τὸν εἶχε ἀρνηθεῖ ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς κοριτσιοῦ.
Ὅλες τώρα οἱ χῶρες, ὅλες οἱ πόλεις, τὰ ἐρημικὰ καὶ τὰ κατοικημένα μέρη, τὸν Σταυρωμένο ὁμολογοῦν.
Σ’ Αὐτὸν πιστεύουν οἱ βασιλιάδες κι οἱ στρατηγοί, οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ὕπατοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι, οἱ ἀγράμματοι καὶ οἱ μορφωμένοι, οἱ βάρβαροι καὶ τὰ διάφορα ἔθνη τῶν ἀνθρώπων.
κόμα κι ὁ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος ἐκεῖνος τάφος, ποὺ δέχθηκε τὸ αἱμόφυρτο μαρτυρικὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, εἶναι τιμιότερος ἀπὸ χίλια βασιλικὰ παλάτια καὶ σεβαστὸς ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλιάδες.

Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Κύριο, συνέβη καὶ στοὺς μαθητές Του.
Γιατί αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσαν καὶ φυλάκιζαν, αὐτοὺς ποὺ βασάνιζαν σκληρὰ μὲ ἀναρίθμητα μαρτύρια, αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἴδιους, μετὰ τὸ θάνατό τους, τοὺς τιμοῦσαν περισσότερο κι ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες.

Καὶ πῶς φαίνεται αὐτό;
Στὴ Ρώμη, οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ στρατηγοὶ τὰ πάντα ἐγκαταλείπουν, καὶ τρέχουν νὰ προσκυνήσουν τοὺς τάφους τοῦ ψαρᾶ Πέτρου καὶ τοῦ σκηνοποιοῦ Παύλου.
Στὴν Κωνσταντινούπολη, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ στέμματα, θέλουν νὰ ἐνταφιαστοῦν ὄχι κοντὰ στοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ στὰ πρόθυρα τῶν ναῶν τους.
Κι ἔτσι γίνονται οἱ βασιλιάδες θυρωροὶ τῶν ψαράδων! Μάλιστα δὲν ντρέπονται γι' αὐτό, ἀλλὰ καὶ καυχιῶνται. Καυχιῶνται ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοί τους.

Ὅταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνο δώδεκα καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴ σκέψη κανενὸς ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀκόμα ἡ ἰουδαϊκὴ συναγωγὴ ἀνθοῦσε καὶ ἡ ἀσεβὴς εἰδωλολατρία κυριαρχοῦσε σ’ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη, ὁ Κύριος εἶχε προφητέψει: «Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα (δηλαδὴ πάνω στὴν ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου) θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη» (Μάτθ. 16:18).
Διαπιστώνεις τὴν ἀλήθεια αὐτῆς τῆς προφητείας;
Βλέπεις τὴν ἐκπλήρωσή της;

Σκέψου πόσο σημαντικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας σχεδὸν σ’ ὅλη τη γῆ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα.
Σκέψου πῶς ἄλλαξε τὴ ζωὴ τόσων ἐθνῶν καὶ ὁδήγησε στὴν πίστη τόσους λαούς, πῶς κατάργησε προγονικὰ ἔθιμα, πῶς ἀπελευθέρωσε ἀπὸ μακροχρόνιες συνήθειες, πῶς σκόρπισε σὰν σκόνη τὴν κυριαρχία τῆς ἡδονῆς καὶ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, πῶς ἐξαφάνισε σὰν καπνὸ τὴν ἀκάθαρτη τσίκνα τῶν θυσιῶν, τὶς εἰδωλολατρικὲς τελετές, τὶς βδελυκτὲς ἑορτές, τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναούς, πῶς οἰκοδόμησε παντοῦ ἅγια θυσιαστήρια, στὴν πατρίδα μας καὶ στὶς χῶρες τῶν Περσῶν, τῶν Σκυθῶν, τῶν Μαύρων, τῶν Ἰνδῶν. Τί λέω; Ἀκόμα καὶ στὰ Βρετανικὰ νησιά, ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο, στὸν ὠκεανό, ἁπλώθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ χτίστηκαν θυσιαστήρια.

Τὸ ἔργο τῆς ἀπελευθερώσεως τόσων λαῶν ἀπὸ μακροχρόνιες αἰσχρὲς συνήθειες, καθὼς καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν εὔκολο στὸν πολὺ δύσκολο, εἶναι πράγματι θαυμαστό, μᾶλλον ὑπερθαύμαστο.
Ἀποδεικνύει θεία ἐνέργεια, ἀκόμα κι ἂν κανεὶς δὲν τὸ εἶχε ἐμποδίσει, ἀκόμα κι ἂν ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ πολλοὶ τὸ εἶχαν βοηθήσει.
Γιατί ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μόνο μὲ τὴν ἀρχαία συνήθεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἡδονή, τὸν εὐχάριστο τρόπο ζωῆς. Εἶχε δηλαδὴ δυὸ ἰσχυροὺς ἀντιπάλους, ποὺ τυραννοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους: τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἡδονή.
Ὅσα εἶχαν παραλάβει, πολλοὺς αἰῶνες πρίν, ἀπὸ τοὺς πατέρες, τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς ἀρχαιότερους προγόνους, ἀκόμα κι ὅσα εἶχαν παραλάβει ἀπὸ φιλοσόφους καὶ ρήτορες, ὅλ’ αὐτὰ συμφώνησαν νὰ τὰ περιφρονήσουν, πράγμα ἐξαιρετικὰ δύσκολο.

Ἔπρεπε ἀκόμα νὰ δεχθοῦν ἕναν νέο τρόπο ζωῆς, καὶ μάλιστα πολὺ δυσκολότερο.
Γιατί ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ νηστεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴ φιλαργυρία καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἀκτημοσύνη.
Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀσέλγεια καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἁγνεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ ὁδηγοῦσε στὴν πραότητα.
Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ φθόνο καὶ ὁδηγοῦσε στὴ φιλία.
Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἄνετη κι εὐχάριστη ζωὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ δύσκολη, τὴ σκληρή, τὴ γεμάτη θλίψεις.
Καὶ μάλιστα ὁδηγοῦσε σ’ αὐτὴν ἐκείνους, ποὺ εἶχαν συνηθίσει στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων.

Γιατί δὲν ἔγιναν, βέβαια, χριστιανοί, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν σ’ ἄλλους κόσμους καὶ δὲν εἶχαν ἁμαρτωλὲς συνήθειες, ἀλλὰ ἔγιναν ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σαπίσει μέσα σ’ αὐτὲς καὶ εἶχαν γίνει πιὸ μαλακοὶ κι ἀπὸ τὸν πηλό.
Αὐτοὺς κάλεσε νὰ βαδίσουν τὸν σκληρὸ καὶ τραχὺ δρόμο.
Καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ τὸν βαδίσουν!

Πόσους ἔπεισε;
Ὄχι μόνο δυὸ ἢ δέκα ἢ εἴκοσι ἢ ἑκατό, ἀλλ´ ἀμέτρητους.
Καὶ μὲ ποιοὺς τοὺς ἔπεισε;
Μὲ δώδεκα ἀνθρώπους ἀμόρφωτους, ἀκαλλιέργητους, ἄσημους, φτωχούς, χωρὶς περιουσία, χωρὶς σωματικὴ δύναμη, χωρὶς δόξα, χωρὶς λαμπρὴ καταγωγή, χωρὶς ρητορικὴ ἱκανότητα.
Μὲ δώδεκα ἀνθρώπους ποὺ ἦταν ψαράδες, σκηνοποιοί, ἀλλόγλωσσοι.
Γιατί οὔτε κὰν τὴν ἴδια γλώσσα δὲν εἶχαν μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες.
Μιλοῦσαν τὴν ἑβραϊκή, ποὺ ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπ' ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες.
Μ' αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς δώδεκα οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Καὶ δὲν εἶναι μόνο τοῦτο τὸ θαυμαστό, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ λίγοι, οἱ φτωχοί, οἱ ἀμόρφωτοι καὶ περιφρονημένοι, ποὺ βάλθηκαν ν’ ἀλλάξουν τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν ἔκαναν ἀνενόχλητοι τὸ ἔργο τους.

Ἀπὸ παντοῦ ἀντιμετώπιζαν ἀναρίθμητους πολέμους.
Τοὺς πολεμοῦσαν σὲ κάθε ἔθνος καὶ σὲ κάθε πόλη.
Ἀλλὰ τί λέω γιὰ ἔθνη καὶ πόλεις;
Σὲ κάθε σπίτι ξεσηκωνόταν πόλεμος ἐναντίον τους.
Ἡ διδασκαλία τοὺς χώριζε πολλὲς φορὲς τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν πατέρα, τὴ νύφη ἀπὸ τὴν πεθερά, τὸν ἕνα ἀδελφὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο, τὸ δοῦλο ἀπὸ τὸν ἀφέντη, τὸν ὑπήκοο ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, τὸν ἄνδρα ἀπὸ τὴ γυναίκα καὶ τὴ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.

Στὴν κάθε οἰκογένεια δὲν πίστευαν ὅλοι ταυτόχρονα, κι ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ὑπέμεναν καθημερινὲς διαμάχες, ἀκατάπαυστες ἐχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σὰν κοινοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐχθροὺς ὅλοι τοὺς πολεμοῦσαν. Τοὺς καταδίωκαν οἱ βασιλιάδες, οἱ ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι, οἱ ἐλεύθεροι, οἱ δοῦλοι, οἱ ὄχλοι, οἱ πόλεις.
Καὶ δὲν καταδίωκαν μόνο τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ - πράγμα φοβερὸ - καταδίωκαν ἀκόμα καὶ τοὺς νεόφυτους κατηχούμενους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μόλις εἶχαν πιστέψει.

Προξενοῦσε φρίκη καὶ ὀργὴ στοὺς εἰδωλολάτρες ἡ σκέψη νὰ ἐγκαταλείψουν τοὺς βωμούς, νὰ περιφρονήσουν τὶς θυσίες, ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ οἱ πρόγονοί τους τελοῦσαν, καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο.
Νὰ πιστέψουν σ’ Αὐτὸν ποὺ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ δικάστηκε ἀπὸ τὸν Πιλάτο, ποὺ ἔπαθε ἀναρίθμητα δεινὰ κι ἐξευτελισμούς, ποὺ ὑπέμεινε τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο, ποὺ ἐνταφιάστηκε καὶ ἀναστήθηκε.

Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι, ἐνῶ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἦταν ἀναμφισβήτητα -πολλοὶ εἶχαν δεῖ τὶς μαστιγώσεις, τὰ χτυπήματα, τὰ φτυσίματα, τὰ ραπίσματα, τὸ σταυρό, τοὺς χλευασμούς, τὸν τάφο-, δὲν συνέβαινε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση.

Ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασή Του, ἐμφανίστηκε μόνο σὲ μαθητές.
Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἔπειθαν τοὺς λαοὺς καὶ οἰκοδομοῦσαν τὴν Ἐκκλησία.
Πῶς; Μὲ ποιὸν τρόπο;
Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ τοὺς ἔστειλε νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιό Του στὰ ἔθνη.
Αὐτὸς ἦταν ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὸ δρόμο.
Αὐτὸς διευκόλυνε τὸ δύσκολο ἔργο τους.
Ἄν δὲν τοὺς βοηθοῦσε ἡ θεία δύναμη, οὔτε κὰν θ’ ἄρχιζε ἡ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ.

Γιατί ἐνῶ οἱ τύραννοι ὁπλίζονταν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ στρατιῶτες πρότειναν τὰ ὅπλα τους, ἐνῶ οἱ ὄχλοι μαίνονταν σὰν ἀγριεμένη φωτιά, ἐνῶ ἡ κακὴ συνήθεια ἀντιπαρατασσόταν, ἐνῶ ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ἰδιῶτες καὶ ἄρχοντες ξεσηκώνονταν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πιὸ ἰσχυρὸς κι ἀπὸ φλόγα, ἔκανε στάχτη τ’ ἀγκάθια, καθάρισε τοὺς ἀγροὺς κι ἔσπειρε τὸ λόγο τοῦ κηρύγματος.
Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ρίχνονταν στὶς φυλακές, ἄλλοι ἐξορίζονταν, ἄλλων οἱ περιουσίες δημεύονταν, ἄλλοι φονεύονταν, ἄλλοι διαμελίζονταν.
Καὶ μολονότι οἱ χριστιανοὶ ἀντιμετωπίζονταν σὰν κοινοὶ ἐγκληματίες, ὑπομένοντας κάθε εἶδος τιμωρίας, ἀτιμώσεως καὶ διωγμοῦ, ὅλο καὶ περισσότεροι ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία.
Μάλιστα, ὄχι μόνο δὲν ἀποθαρρύνονταν οἱ νέοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔβλεπαν νὰ ὑπομένουν οἱ παλαιότεροι, ἀλλὰ γίνονταν προθυμότεροι!

Μόνοι τους ἔτρεχαν, ἀβίαστα, εὐγνωμονώντας τοὺς βασανιστές τους. Γίνονταν θερμότεροι στὴν πίστη, βλέποντας τοὺς χειμάρρους τῶν αἱμάτων τῶν πιστῶν.
Εἶδες τὴν ἀσύγκριτη δύναμη Ἐκείνου ποὺ ἔκανε ὅλ’ αὐτὰ τὰ θαύματα;
Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ λυπᾶται κανείς, ὑποφέροντας τέτοια φρικτὰ μαρτύρια;
Ὅμως αὐτοὶ χαίρονταν, σκιρτοῦσαν!
Αὐτὸ ὁμολογεῖ, σὰν παράδειγμα, ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, πὼς ἔγινε καὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους, τότε ποὺ «ἔφυγαν ἀπὸ τὸ συνέδριο χαρούμενοι, γιατί ἀξιώθηκαν νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ» (Πράξ. 5:41).

Κι ἐνῶ οὕτ’ ἕνα τοῖχο δὲν μπορεῖ νὰ χτίσει κανεὶς μὲ πέτρες καὶ ἀσβέστη ὅταν καταδιώκεται, οἱ ἀπόστολοι ἔχτιζαν τὴν Ἐκκλησία σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη ὑποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ μαρτυρικοὺς θανάτους. Καὶ δὲν τὴν ἔχτιζαν μὲ πέτρες, ἀλλὰ μὲ ψυχές, πράγμα πολὺ δυσκολότερο.
Γιατί δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ χτίζεις ἕνα τοῖχο μὲ τὸ νὰ πείθεις διεφθαρμένες ψυχὲς ν’ ἀλλάζουν τρόπο ζωῆς, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴ δαιμονικὴ μανία τους καὶ ν’ ἀκολουθοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς.

Τὸ κατόρθωσαν ὅμως αὐτό, γιατί εἶχαν μαζί τους τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε προφητέψει: «Θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη» (Ματθ. 16:18).

Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της...
Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάιος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, ἦταν ὅλοι εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι -ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα- πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.

Παρ’ ὅλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός.
Ἄλλα καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς.

Γιατί δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας;
Πραγματικά, «οἱ δυνάμεις τοῦ ἅδη δὲν θὰ τὴν κατανικήσουν».
Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα.
Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία.

Γιατί ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία της φαινόταν καινούργια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια;
Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Πηγή

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

"OCTΡOB" - "ΤΟ ΝΗΣΙ" - Η Ορθοδοξία ως Αναστάσιμο βιώμα

Ο Ανατόλιος πλησιάζει τον Θεό γυμνός,
δίχως προφυλάξεις, επιφυλάξεις,
όρους και δοσοληψίες.
περισσότερα εδώ

Η ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΗ ΡΩΣΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΒΙΩΜΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.
ΣΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΨΥΧΗΣ


Νεοφιλελευθερισμός: Η δαιμονοκρατία της «Νέας Εποχής»

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου  – Καθηγητού 
.
η θηριώδης αδηφαγία βαπτίζεται «πρόοδος»!
Απογοητεύτηκαν οικτρά όσοι πίστευαν πως η ανθρωπότητα βαδίζει μια οριζόντια πορεία προόδου. Τα τελευταία δραματικά γεγονότα της πρωτόγνωρης παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως φανέρωσαν την ανείπωτη φρίκη, η οποία καλυπτόταν ως τώρα κάτω από επίπλαστη λαμπρή καλύπτρα. Αναδύθηκε στο προσκήνιο το αληθινό φρικτό πρόσωπο της ανθρωπότητας, αυτό που σμίλεψε η αμαρτία χιλιάδες χρόνια τώρα, ως τεκμήριο ότι ο «άρχων του κόσμου τούτου» (Ιωάν.16,11) έχει ακόμη μεγάλη δύναμη και εξουσία στην δύσμοιρο πλανήτη μας, την οποία αντλεί από την εμμονή μας να τον αναγνωρίζει «ως θεό» η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της υφηλίου...
     Το «ξαφνικό» ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσεως εδώ και δύο χρόνια  βρήκε την ανθρωπότητα εντελώς απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει αυτή την πρωτόγνωρη οικονομική κατάρρευση. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο επιχειρηματικοί κολοσσοί «πτώχευσαν». Παγκόσμιες τράπεζες με αμύθητα περιουσιακά στοιχεία ανακάλυψαν ότι «δεν έχουν πια τίποτε» και κατέρρευσαν.  Πλούσια και ισχυρά κράτη υποχρεώθηκαν να υπερδανειστούν για να επιβιώσουν. Αδύναμα κράτη παραπαίουν στο μεταίχμιο της πτώχευσης. Κάποιες κυβερνήσεις κήρυξαν στάση πληρωμών και ομολόγησαν τη χρεοκοπία των κρατών τους. Οι ειδικοί ομιλούν για παγκόσμια ύφεση στην οικονομία, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί πόσο θα διαρκέσει. Η μια μετά την άλλη οι κυβερνήσεις εξαγγέλλουν πρωτοφανή λιτότητα για τους πολίτες, βυθίζοντας τα νοικοκυριά σε φτώχια και ανέχεια. Χιλιάδες εργαζόμενοι χάνουν καθημερινά την εργασία τους και πέφτουν σε διαρκή ανεργία. Οι κρατικές αρωγές πρόνοιας είτε περιορίζονται είτε καταργούνται, ώστε να πλανάται πάνω από τους ενδεείς και οικονομικά αδύναμους το φάσμα της εξαθλίωσης και αυτού ακόμη του θανάτου.
      Ο πλούτος του κόσμου «εξαφανίστηκε» εν ριπή οφθαλμού! Ο ιδρώτας και ο κόπος δισεκατομμυρίων ανθρώπων «έγινε καπνός». Φυσικά δεν εξατμίστηκε, αλλά άλλαξε χέρια. Μπήκε στα σκοτεινά θυλάκια των επιτηδείων, οι οποίοι δημιούργησαν αυτή την κρίση με σκοπό να αρπάξουν τους θησαυρούς των εθνών. Όσον αφορά τις συνέπειες αυτών που ευθύνονται για την κρίση, ούτε λέξη δεν έβγαλε κανένας ηγέτης. Αντίθετα έσπευσαν να τους «βοηθήσουν» από τα κρατικά ταμεία για να μη πτωχεύσουν οι επιχειρήσεις τους! Αφού καταβρόχθισαν τον πλούτο των ιδιωτών έβαλαν στο χέρι και τα κρατικά αποθέματα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα στις ανά τον κόσμο κυβερνήσεις.   
   Μέσα από αυτή τη λαίλαπα πρόβαλλαν κάποιοι «σωτήρες» της ανθρωπότητας. Με τις «συνταγές» τους προτείνουν λύσεις για το παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι «σωτήρες»; Δυστυχώς είναι εκείνοι που δημιούργησαν το χάος! Οι θεωρητικοί και πρακτικοί του νεοφιλελευθερισμού! Αυτοί που θεμελίωσαν τη σύγχρονη μορφή του καπιταλιστικού συστήματος στα πλαίσια της παγκοσμιοποιήσεως, της εφιαλτικής δηλαδή «Νέας Τάξεως Πραγμάτων»!
       Η οικονομική θεωρία του νεοφιλελευθερισμού στηρίζεται στα διδάγματα του δυτικοευρωπαϊκού διαφωτισμού, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αφεθεί το εμπόριο να λειτουργήσει εντελώς ελεύθερο από οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση, στηριζόμενο αποκλειστικά στους «νόμους της αγοράς», δηλαδή την προσφορά και τη ζήτηση αγαθών. Ο παράγων άνθρωπος δεν έχει κανένα ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, διότι τα πάντα κανονίζονται από την ίδια την αγορά. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως το κέρδος και ο υλικός πλούτος είναι το απόλυτο ζητούμενο. Ο άνθρωπος παραμένει απλός θεατής των άτεγκτων «νόμων της αγοράς».
      Οι όποιοι συναισθηματισμοί δεν έχουν θέση σε αυτή τη διαδικασία. Ο αδύναμος πρέπει να συντριβεί διότι έτσι επιτάσσουν οι «νόμοι της αγοράς». Όποιος αντέξει θα προχωρήσει, όποιος σκοντάψει θα μείνει πίσω. Στο νεοφιλελευθερισμό δεν υπάρχει χώρος για κοινωνική στήριξη, αλληλεγγύη και βοήθεια. Αυτές οι έννοιες όχι μόνο είναι άγνωστες μα και αντίθετες με τη φιλοσοφία και πρακτική του. Ιδιαιτέρως η θεία έννοια της αγάπης μυκτηρίζεται ως ανόητο συναίσθημα για τους αφελείς και όσους δεν προσβλέπουν στην οικονομική «πρόοδο» της ανθρωπότητας! Πρόκειται ολοφάνερα για την εφαρμογή του νόμου της ζούγκλας στην ανθρώπινη κοινωνία και τις διανθρώπινες σχέσεις. Τα τελευταία δραματικά γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα πως τα αδηφάγα όρνεα του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού δε διστάζουν να καταπιούν τον παγκόσμιο πλούτο, αδιαφορώντας αν θα οδηγήσουν στο λιμό, στην εξαθλίωση και το θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, φτάνει να γεμίσουν τα θησαυροφυλάκιά τους! Η άθλια τακτική του όχι μόνο δεν προμηνάει πρόοδο στην ανθρωπότητα, αλλά φρικαλέο πισωγύρισμα στον πιο ακραίο πρωτογονισμό! 
      Όσοι ασχολούνται με τα θέματα της διεθνολογίας δεν είναι δύσκολο να διακρίνουν την οργανωμένη συνωμοσία κατά της ανθρωπότητας από τη διεθνή σπείρα της δύναμης και του χρήματος, η οποία έχει βάλλει στόχο της την ολοκληρωτική κατάκτηση του κόσμου. Κύρια πρακτική της ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος τσακίζει τις αντιστάσεις των αδύναμων λαών και τους υποδουλώνει σταδιακά και τους κάνει υποχείριους αυτών που βρίσκονται στα σκοτεινά παρασκήνια. Τα πάντα κινούνται βεβαίως στα πλαίσια μια διεθνούς «νομιμότητας», και η θηριώδης αδηφαγία τους βαπτίζεται «πρόοδος»! Με εξωφρενική κυνικότητα διαλαλούν πως η νεοφιλελεύθερη πρακτική θα φέρει την πολυπόθητη ευημερία στην ανθρωπότητα. Δεν κάνουν τον κόπο να  μας εξηγήσουν πώς στις χώρες λόγου χάριν της Ασίας, όπου ακμάζει οργιαστικά η παραγωγή και η συσσώρευση πλούτου είναι ασύλληπτη, οι πληθυσμοί δεν απολαμβάνουν (έστω στο ελάχιστο) τους καρπούς των τιτάνιων κόπων τους. Αυτοί οι πραγματικοί δημιουργοί του «οικονομικού θαύματος» του ασιατικού νεοφιλελευθερισμού μένουν αμέτοχοι των αστρονομικών κερδών των πολυεθνικών και κυριολεκτικά λιμοκτονούν! Δε μας δικαιολογούν πως στις «μητροπόλεις» του νεοφιλελευθερισμού (Νέα Υόρκη, Λονδίνο, κλπ.) «κατοικούν» εκατομμύρια άνθρωποι σε χαρτόκουτα και υπονόμους!    
       Όσοι έχουμε τη δυνατότητα να βλέπουμε τη φρικιαστική αυτή κατάσταση από την πλευρά της χριστιανικής κοινωνιολογίας διαπιστώνουμε δυστυχώς πως η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και πρακτική είναι γνήσιο τέκνο της αποστατημένης Δύσεως, φυσική μετεξέλιξη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, η οποία αποθεώνει την  ατομική εγωπάθεια και θέτει ως κέντρο και μέτρο σύγκρισης πάντων το άτομο! Έστω για παράδειγμα τα άθλια φιλοσοφήματα του παράφρονα Νίτσε, για τον οποίο δεν υπάρχει ο «άλλος» και ο οποίος εισηγείται τη συντριβή των αδυνάτων, «για να προχωρήσει η ανθρωπότητα στην πρόοδο». Οι αδύνατοι κατά τον σχιζοφρενή φιλόσοφο είναι ανασταλτικός παράγων προόδου, επιζήμιοι για το κοινωνικό σύνολο και ως εκ τούτου πρέπει να εξολοθρευτούν! Παρόμοιο είναι και το «διάγγελμα» του διαβόητου «πατριάρχη του μηδενισμού» Ζαν Πωλ Σαρτρ: «ο άλλος είναι η κόλασή μου»! Ιδού λοιπόν τα σπέρματα του νεοφιλελευθερισμού! Αλλά υπάρχουν και χειρότερα: Αποκορύφωμα της νιτσεϊκής και μηδενιστικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα τα φρικώδη διδάγματα των θεμελιωτών του νεοσατανισμού Aleister Crowley και Anton LaVey. Στη «Βίβλο του Νόμου» του πρώτου και στη «Σατανική Βίβλο» του δευτέρου διδάσκεται χωρίς κανένα όριο η αρχή: «Κάνε ό, τι θέλεις, υπέρτατος νόμος είναι η θέλησή σου»!
       Κάνοντας τους απαραίτητους συσχετισμούς, διαπιστώνουμε με θλίψη, πως ο σύγχρονος κόσμος, έχει επιλέξει ως «ευαγγέλιό» του τις σατανιστικές βίβλους και οδηγό το Γερμανό παράφρονα και θεωρητικό του θηριώδους ναζισμού! Δεν έχουμε καμιά  αμφιβολία πως η κυρίαρχη ιδεολογία της «Νέας Εποχής» και της «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» έχει σατανική υφή, και οδηγεί με σχέδιο «κατά διαβόλου» ολοταχώς την ανθρωπότητα. Ο νεοφιλελευθερισμός, επίσης, το οικονομικό σύστημα της «Νέας Εποχής», έχει αναμφίβολα νιτσεϊκές και σατανιστικές ιδεολογικές καταβολές, έχοντας ως στόχο την ολοκληρωτική οικονομική υποταγή του κόσμου στο νεοταξικό στάτους, το οποίο, αν μη τι άλλο, μπορεί να θεωρηθεί ως η προδρομική εποχή του μιαρού Αντιχρίστου. Η νεοφιλελεύθερη αρχή «κάνε ότι θέλεις ανεμπόδιστα στην οικονομική σου δραστηριότητα» έχει σαφώς δαιμονική  προέλευση,  συνθλίβοντας και εξουθενώνοντας,  δια της ασυδοσίας, τα αδύναμα πρόσωπα.
     Το δήθεν «χριστιανικό» πρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού, όχι μόνο δεν έχει σχέση με τη φιλάνθρωπο διδασκαλία του Χριστού, αλλά είναι δόλιο προσωπείο, το οποίο του φορούν κάποιοι για να ξεγελούν τους αφελείς, ως εφαρμογή δήθεν της χριστιανικής ελευθερίας! Η προτεσταντική στήριξη του αντίχριστου νεοφιλελευθερισμού αποτελεί μια από τις πιο φρικτές ύβρεις κατά του αυθεντικού Χριστιανισμού και κατά του ιδίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος ήρθε στον κόσμο για να καταλύσει το κράτος του διαβόλου, να μεταβάλλει την ανθρωπότητα από την κτηνώδη κατάσταση, που την είχε καταντήσει η αμαρτία, σε κοινωνία αγάπης και συναδελφώσεως, να δώσει ισότιμη αξία σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, για το οποίο έχυσε το τίμιο αίμα Του. Μόνον Αυτός «ουκ επαισχύνεται αδελφούς καλείν» (Εβρ.2,11) όλους τους «ελαχίστους» (Ματθ.25,40) των ανθρώπων, ως «υιούς του Πατρός» Του (Ματθ.5,45), τους οποίους οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού θεωρούν άχθος και εμπόδιο για την «οικονομική ανάπτυξη». Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις, αλλά, «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ.5,45). Το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ανεξάρτητα από την όποια θέση βρίσκεται στη κοινωνία, είναι «υιός και κληρονόμος Θεού, διά Χριστού» (Γαλ.4,7), διακεκριμένο μέλος του εκκλησιαστικού σώματος, ως «κολλώμενος τω Κυρίω» (Α΄Κορ.6,17), απολαμβάνοντας αδιάκριτα τις ευλογίες του Θεού. Διακρίσεις κάνει η δαιμονική πλεονεξία, η οποία είναι η μήτρα όλων των κακοδαιμονιών στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. 
Ο αντίποδας της νεοφιλελεύθερης φρικαλεότητας είναι ο ορθόδοξος χριστιανικός κοινωνισμός, ο οποίος στηρίζεται στη θεώρηση του ανθρωπίνου προσώπου ως εικόνα του Θεού, στην ασκητική της αυτάρκειας, στην άσκηση της αγάπης και στην προοπτική της εν Χριστώ μεταμορφώσεως του κόσμου. 
Κάθε μορφή, τέλος, δαιμονοκρατίας, μια από τις οποίες είναι και ο νεοφιλελευθερισμός, αποτελεί θλιβερό τεκμήριο, ανατριχιαστική διαπίστωση, ότι ο κόσμος ακόμη (και δε γνωρίζουμε για πόσο ακόμη) «εν τω πονηρώ κείται»  (Α΄Ιωάν.5,19) και αντιστέκεται στην εν Χριστώ καθολική απολύτρωσή του. Η εθελούσια αυτοτιμωρία του κόσμου, λόγω της εμμονής του στο κακό, συνθέτει και τη διαχρονική τραγωδία του!
πηγή: antiairetikos