Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»

Ομιλία π. Ιωάννου Δημητροπούλου
εις τον Ιερόν Ναόν Αγίου Χαραλάμπους Κρύα Ιτεών Πατρών
3 Ιουλίου 2011


ΚΥΡΙΑΚΗ  Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθαίου:  στ΄, 22 - 33)

Ο λόγος αυτός του Κυρίου που ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, είναι ίσως, η πιο επίκαιρη απάντηση στην αγωνία που ζει ο καθένας μας αυτή την περίοδο. Είναι η απάντηση στο άγχος, στο φόβο, στα προβλήματα, στην απελπισία και σε αυτή την αγανάκτηση της εποχής μας που ωθεί όλο και περισσοτέρους στις δίκαιες κατά τα άλλα ειρηνικές διαμαρτυρίες.
Δεν είναι κακό να διαμαρτύρεται ο άνθρωπος όταν αδικείται, ή όταν θίγεται η αξιοπρέπειά του. Το θέμα είναι να μη χάνει κανείς την ελπίδα του, ιδιαίτερα δε όταν πολύ καλά γνωρίζει ότι υπάρχει ο Χριστός, η Εκκλησία Του και η Θεία δικαιοσύνη.
Αυτός ο Χριστός όταν είμαστε κοντά Του, όταν πηγαίνουμε στην Εκκλησία Του για να λάβουμε την Χάριν Του και την ευλογίαν Του, συνεχώς μας νουθετεί και μας διδάσκει. Μας δίδει λύσεις στα προβλήματά μας. Φτάνει εμείς να λαμβάνουμε υπόψη μας τις διδασκαλίες αυτές και να τις εφαρμόζουμε στην καθημερινή μας ζωή.
Για να θυμηθούμε όμως τί ακριβώς μας δίδαξε σήμερα ο Ιησούς στο Ευαγγέλιό Του: Μας είπε, «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Δηλαδή ο Χριστός, αγαπητοί, μας προτρέπει να επιζητούμε, να επιδιώκουμε πρώτα από όλα την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του και όλα τα άλλα, όπως μας λέγει, θα μας χορηγηθούν. Όλα τ’ άλλα θα ’ρθουν. Αυτό μας λέγει ο Χριστός.
Είναι πράγματι υπέροχη αυτή η διδασκαλία. Αλλά όπως φαίνεται εμείς οι άνθρωποι τη λησμονούμε. Ή μάλλον δεν της δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Και βλέπουμε σήμερα που μαστίζει τη χώρα μας και όχι μόνο, αυτή η οικονομική κρίση, να μας δέρνει η αγωνία και το άγχος. Και συνεχώς αναρωτιόμαστε:
Πώς θα ζήσουμε;
Πώς θα τα βγάλουμε πέρα;
Πώς θα συντηρήσουμε την οικογένειά μας;
Πώς θα πληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας;
Πώς θα αναθρέψουμε τα παιδιά μας;
Πώς θα τα σπουδάσουμε;
Πώς θα εξασφαλίσουμε καλύτερους όρους ζωής;
Πώς το ένα; Πώς το άλλο;
Και πέφτουμε σε βαθιά κατάθλιψη. Πέφτουμε σε ατελείωτη στενοχώρια. Κι όλα αυτά διότι έχουμε καταντήσει ολιγόπιστοι ή άπιστοι. Έχουμε βγάλει εντελώς από τη ζωή μας το Θεό. Δεν Τον εμπιστευόμαστε και έχουμε στρέψει το νου μας αποκλειστικά και μόνο στο τι αποφάσεις θα λάβουν οι τριακόσιοι του κοινοβουλίου.
Έχουμε δηλαδή εντελώς απορρίψει την ιδέα, πως η Θεία πρόνοια για μας ενεργεί, πως ο Θεός μας προστατεύει. Ακούγεται πότε - πότε εκείνο το «ώχ βρε αδελφέ! Σιγά μην να ασχολείται ο Θεός με εμένα! Σιγά μην να ασχολείται ο Θεός με τα προβλήματά μου». Και πού ξέρεις εσύ αδελφέ ότι ο Θεός δεν ασχολείται μαζί σου; Πού ξέρεις αν όλες αυτές οι δυσκολίες που περνάς είναι σχέδιο του Θεού για να Τον αναζητήσεις και να έρθεις κοντά Του;
Αλλά που να σκεφτούμε έτσι. Εμείς νομίζουμε ότι όλα τα κάνουμε μόνοι μας. Όλα εξαρτώνται από εμάς. Πού είναι η πνευματικότητά μας; Πού είναι η ελπίδα μας; Πού είναι η εμπιστοσύνη μας στο Θεό; Είμαστε Χριστιανοί; Πιστεύουμε; Προσευχόμαστε; Εμπιστευόμαστε τα προβλήματά μας στο Θεό; Όχι. Αντίθετα νομίζουμε ότι όλα θα τα λύσουμε μόνοι μας, αλλά δυστυχώς, ματαιοπονούμε. Και κάποια στιγμή τα προβλήματα συσσωρεύονται και γίνονται αμέτρητα. Και τότε τρέχουμε και δε φθάνουμε. Πελαγοδρομούμε συνεχώς και στεριά δε βλέπουμε. Και όταν καταλάβουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε, όταν αισθανόμαστε ότι αδυνατούμε να τα επιλύσουμε, τότε πολλές φορές λόγω του ότι είμαστε ολιγόπιστοι, έρχονται στο νου μας αμαρτωλές σκέψεις. Έρχονται στο νου μας απονενοημένα διαβήματα. Πόσες φορές ακούσαμε τον τελευταίο καιρό ότι αυξήθηκαν οι αυτοκτονίες; Αυτή είναι η λύση; Είναι λύση να παραδίδει κανείς την ψυχή του στο διάβολο; Το να δίνει κανείς μόνος του τέλος στη ζωή του, αυτό σημαίνει ότι δεν πιστεύει, δεν έχει εμπιστοσύνη στο Θεό και κυριαρχείται από το πνεύμα του διαβόλου.
Είναι ατόπημα αδελφοί να βγάζουμε έξω από τη ζωή μας το Θεό. Είναι σφάλμα να μην Τον εμπιστευόμαστε και να αφήνουμε τον πονηρό να αλωνίζει στην ψυχή μας.
Αυτό το σφάλμα το κάνουμε διότι τα ενδιαφέροντά μας, οι σκέψεις μας έχουν περιοριστεί σε γήινες, σε πρόσκαιρες απολαύσεις. Πού χρόνος να σκεφτούμε τα ουράνια, τα αιώνια; Μα γιατί να σκεφτόμαστε μόνο τα υλικά αγαθά; Γιατί να σκεφτόμαστε μόνο τα χρήματα που θα μειωθούν από το μισθό μας; Γιατί να μας απασχολεί τί θα γίνουν οι καταθέσεις μας σε περίπτωση που θα πτωχεύσει η χώρα; Αυτές δεν είναι οι καθημερινές μας ανησυχίες και συζητήσεις; Ή τα παραλέω; Σκεφθήκαμε ποτέ ότι πριν από τη χώρα μας έχουμε πτωχεύσει εμείς μέσα μας, από ιδανικά, από αξίες, από Πίστη; Σκεφθήκαμε ποτέ, αν αύριο πραγματοποιηθεί η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αν είμαστε έτοιμοι να εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού; Βλέπετε λοιπόν αδελφοί ότι υπάρχουν ζητήματα πρωτευούσης σημασίας κι εμάς μας απασχολούν μονίμως τα δευτερεύοντα.
Ο άνθρωπος, ως δημιούργημα του Θεού, φέρει μέσα του ανυπέρβλητες δυνάμεις. Φέρει Θεία προσωπικότητα. Είναι «θεοειδής». Είναι «μικρός θεός», διότι μετέχει του Θείου, κατά την ψυχική μας ιδιότητα. Γι’ αυτό, σαν αιώνια, σαν πνευματική αξία, οφείλει να τοποθετεί πάντοτε τις επιδιώξεις του κάτω από το πρίσμα της αιωνιότητος, κάτω από το θέλημα του Θεού. Εδώ είμαστε προσωρινοί. Ήλθαμε γυμνοί στον κόσμο και θα  φύγουμε από αυτόν, χωρίς να μπορούμε να πάρουμε τίποτα από όλα εκείνα, που με τόσο μόχθο και ιδρώτα, με δίκαια ή άδικα μέσα, αποκτήσαμε. Αυτό σημαίνει πως δεν εξουσιάζουμε ούτε τα αγαθά μας, ούτε τον ίδιο τον εαυτό μας. Όλα είναι κάτω από την εξουσία του Θεού.  
Οπότε είναι ανάγκη αδελφοί, πρωτίστως να ζητούμε και να θέλουμε την απόκτηση των αγαθών εκείνων, που δεν χάνονται ποτέ. Των αγαθών εκείνων που οδηγούν στην πανένδοξη Βασιλεία του Θεού. Είναι τα αγαθά εκείνα που μας ασφαλίζουν, διότι εξαφανίζουν το κενό της ανθρώπινης ψυχής μας και δεν αφήνουν χώρο για άγχος. Απομακρύνουν την αγωνία και την αβεβαιότητα του αύριο. Διώχνουν από μέσα μας κάθε ταραχή και ανησυχία για οποιοδήποτε ζήτημα.
Βέβαια εμείς δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε και παραμένουμε άπρακτοι και αδρανείς. Δεν μπορούμε να περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα τα απαραίτητα για την ικανοποίηση των βιολογικών μας αναγκών. Πρέπει και να φάμε και να πιούμε και να ενδυθούμε και να φροντίσουμε την οικογένειά μας. Αλλά όλα αυτά πρέπει να τα πραγματοποιούμε με την ευλογία του Θεού.
Ξέρετε αδελφοί στην πραγματικότητα γιατί έχουμε κρίση; Διότι απομακρυνθήκαμε από το Θεό. Και αυτή η απομάκρυνση μας στέρησε την ευλογία.
Θα πει ίσως κάποιος: «Εγώ δε φταίω. Άλλοι ευθύνονται γι’ αυτό το κατάντημα». Ναι μπορεί να είναι έτσι. Αλλά κάπου στο βάθος ακούγεται και η φωνή της συνειδήσεως: «Γιατί εγώ είμαι καλύτερος; Είμαι καλύτερος εγώ που έχω μάθει στην πλεονεξία, στην καλοπέραση και στον ατομισμό; Συνεχώς ζητάω. Όλα τα θέλω. Όλα να τα γευτώ. Όλα να τα κερδίσω. Και προσπαθώ όλα να τα αποκτήσω, όλα, εκτός από την ευλογία το Θεού. Και τώρα που καλόμαθα και δεν γίνεται να τα έχω όλα, τώρα δε μπορώ να στερούμαι και υποφέρω».
Γι’ αυτό αδελφοί μου, ήρθε η ώρα να κάνει ο καθένας μας την αυτοκριτική του. Ήρθε η ώρα έστω και τώρα, να βάλλουμε το Χριστό στη ζωή μας για να μας παρέχει τη Θεία ευλογία.
Κάπως έτσι η παντοδυναμία του Θεού αλλά και η δική μας θέληση θα βρεθούν σε μια πολύτιμη συνεργασία και θα μας βγάλουν από το τεράστιο αυτό αδιέξοδο. Να είστε βέβαιοι γι’ αυτό.
Μόνο αδελφοί να μη λησμονούμε το σημερινό λόγο του Ευαγγελίου και ας τον εφαρμόσουμε στη ζωή μας: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
Γένοιτο.